Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Κορνήλιος Καστοριάδης: Αν Πρόκειται να Υπάρξει μια Δημοκρατική Ευρώπη

Αναδημοσίευση: Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Η συγκεκριμένη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη δόθηκε στο ACTA Foundation (Fundació per a lesidees i les arts) και δημοσιεύθηκε στον συλλογικό τόμο “Europes: Els Intellectuals i la Qüestió Europea” (1993), σελ. 343-48. Μεταφράσθηκε, επιμελήθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αγγλική ανώνυμα και δωρεάν στο Διαδίκτυο τον Μάρτιο του 2011.


Κ. Καστοριάδης: Πριν να απαντήσω στις ερωτήσεις που τέθηκαν από την ACTA, φαίνεται απαραίτητο να αποσαφηνιστούν 3 κεντρικές ιδέες, οι οποίες καθορίζουν ή έστω θα έπρεπε να καθορίζουν κάθε πολιτικό αναστοχασμό σχετικά με τη σημερινή Ευρώπη. Εντός των [χρονικών] ορίων που τίθενται, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με έναν συνοπτικό –και γι’ αυτό δογματικό– τρόπο.
Α. Σχεδόν όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες πάντοτε έχουν θεσπιστεί στη βάση της ετερονομίας ή διαφορετικά, πράγμα που βέβαια σημαίνει το ίδιο, στη βάση της κλειστότητας των σημασιών. Η θέσμιση της κοινωνίας (ο νόμος, δηλαδή, με την γενικότερη έννοια του όρου) τίθεται ως ανέγγιχτη, αφού πηγάζει από μια πηγή που υπερβαίνει τη ζώσα κοινωνία: τον Θεό, τους θεούς, τους «ήρωες», τους πρόγονους αλλά, και σε μια νεωτερική εκδοχή, τους Νόμους της Φύσης, της Αιτιότητας και της Ιστορίας. Την ίδια στιγμή, το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που, μέσω της θέσμισης του κρατάει την κοινωνία ενωμένη και δημιουργεί έναν κόσμο δι’ εαυτό, βρίσκεται εδώ κλεισμένο: παρέχει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που ανακύπτουν εντός του πλαισίου του αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αυτό το ίδιο. Έτσι, τα άτομα μεγαλώνουν και εκπαιδεύονται μέσω αυτών των νόμων και αυτών των σημασιών κατά τρόπο, που το να αμφισβητηθεί το ένα ή το άλλο –από τα άτομα αυτά– είναι αδιανόητο – ψυχικά και από πνευματική σκοπιά, σχεδόν αδύνατο.
Στη γνωστή Ιστορία, αυτή η κατάσταση πραγμάτων έχει διαρραγεί αληθινά μόνο στην Ευρώπη και αυτό έχει συμβεί δύο φορές: πρώτα στην Αρχαία Ελλάδα και έπειτα στη Δυτική Ευρώπη. Μόνο σε αυτές τις δυο κοινωνίες παρατηρεί κανείς τη γέννηση και την αναγέννηση της δημοκρατικής πολιτικής δραστηριότητας ως μια αμφισβήτηση των εγκαθιδρυμένων θεσμών υπό την αιγίδα του ερωτήματος «Τι είναι δίκαιο» και της φιλοσοφίας ως μία αμφισβήτηση των κληρονομημένων σημασιών υπό την αιγίδα του ερωτήματος «Τι είναι αλήθεια», και εν τέλει και ιδιαιτέρως τη σύζευξη και την αμοιβαία γονιμοποίηση των δύο αυτών δραστηριοτήτων, ακόμη και αν σχεδόν πάντα παρέμεινε έμμεση. Είναι σε αυτές τις δύο κοινωνίες, που το πρόταγμα της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας γεννήθηκε, το ένα αδιανόητο χωρίς το άλλο.

Υπό αυτή την οπτική, η Ευρώπη έχει πάψει από πολύ καιρό να αποτελεί μια γεωγραφική ή εθνοτική οντότητα. Με τη λέξη «Ευρώπη» υποδηλώνεται η κατάσταση μίας κοινωνίας, στην οποία οι άνθρωποι και οι κοινότητες είναι ελεύθερες ως προς το σκέπτεσθαι και ως προς το θέτειν τους νόμους τους και είναι ικανές να αυτοπεριορίζονται εντός και διαμέσου της ελευθερίας αυτής.

Β. Και όμως, το πρόταγμα της αυτονομίας έχει καταρρεύσει στην Ευρώπη –και σε ολόκληρη τη “δυτική” ζώνη του κόσμου– επί πολλές δεκαετίες. Η Ευρώπη υπήρξε επίσης η κοινωνία που γέννησε τον καπιταλισμό, ένα παρανοϊκό μα αποτελεσματικό πρόταγμα απεριόριστης εξάπλωσης της ψευδο-ορθολογικής ψευδο-κυριαρχίας που θέλει να επιβληθεί επί της φύσης και επί των ανθρώπινων όντων. Η αντίσταση στον καπιταλισμό, και γενικά, σε κάθε θέσμιση της κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία και την εκμετάλλευση κάποιων από άλλους, συστάθηκε από το εργατικό κίνημα, όμως αυτή την αντίσταση κατέσχεσε ο Μαρξισμός – Λενινισμός – Σταλινισμός για να κορυφωθεί στις πιο τερατώδεις μορφές ολοκληρωτισμού, ο οποίος [ολοκληρωτισμός] είναι επίσης ευρωπαϊκή δημιουργία. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που ψευδώς και απατηλώς έχει παρουσιαστεί σαν θρίαμβος και δικαίωση του καπιταλισμού, ενισχύει επί του παρόντος [1993] την απάθεια και ιδιώτευση των πληθυσμών, που έχουν ήδη, σαν συνέπεια της αποσάθρωσης του εργατικού κινήματος, βολευτεί σε μία ζωή καταναλωτισμού και τηλεοπτικής αποχαύνωσης.

Η σύγχρονη Δυτική Ευρώπη, όπως ολόκληρη η Δύση, χαρακτηρίζεται από την απίσχναση της πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης, την αποσύνθεση μιας πολιτικής κοινωνίας που έχει θρυμματιστεί σε λόμπι και κυριαρχείται από γραφειοκρατικά κόμματα, την εξάπλωση της ανευθυνότητας, την επιταχυνόμενη καταστροφή της φύσης, των πόλεων και του ανθρώπινου ήθους, τον γενικευμένο κομφορμισμό, την εξαφάνιση της φαντασίας και της πολιτιστικής και πολιτικής δημιουργικότητας, την κυριαρχία σε όλους τους τομείς της εφήμερης μόδας, των διανοητικών έτοιμων φαγητών και των οικουμενικών σκουπιδιών. Πίσω από την πρόσοψη των «δημοκρατικών» θεσμών, που είναι τέτοιοι μόνο κατ’ όνομα, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι κοινωνίες φιλελεύθερης ολιγαρχίας, στις οποίες τα κυρίαρχα στρώματα αποδεικνύονται ολοένα και περισσότερο ανίκανα να διαχειριστούν το δικό τους σύστημα, σύμφωνα με το δικό τους, ορθώς νοούμενο, συμφέρον.


Η Ευρώπη μετά τη βροχή II -Max Ernst 1941
Γ. Η συνταγματική συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αναλήφθηκε και κυριαρχείται μέχρι τώρα, από πολιτικές και διευθυντικές γραφειοκρατίες χωρίς καμία λαϊκή συμμετοχή. Όσο αυτό ισχύει, η «Ευρώπη» που θα προκύψει θα είναι απλώς μία μάζωξη εθνικιστικών καπιταλιστικών κοινωνιών στη σκιά του πολιτικο-γραφειοκρατικού μηχανισμού, ακόμη περισσότερο απομακρυσμένη από τους πολίτες, που θα γίνει ακόμη περισσότερο άγαρμπη και ανεύθυνη από ό,τι είναι τώρα [1993].
Μόνο η ανάδυση ενός ευρέως δημοκρατικού και ριζοσπαστικού λαϊκού κινήματος, που θα αμφισβητήσει εμπράκτως τις υπάρχουσες δομές στα εκάστοτε Κράτη, θα μπορούσε να δώσει ένα άλλο περιεχόμενο στην «ευρωπαϊκή οικοδόμηση» και να την μετατρέψει σε μία δημοκρατική ομοσπονδία από εμπράκτως αυτοκυβερνόμενες πολιτικές οντότητες. Οι απαντήσεις μου στις παρακάτω ερωτήσεις που τέθηκαν στοιχειοθετούνται υπό την υπόθεση –όσο αδύνατη και αν φαίνεται– ότι ένα τέτοιο κίνημα θα υπάρξει και θα νικήσει. Πέραν αυτής της υπόθεσης, το ζήτημα είναι, σύμφωνα με τη γνώμη μου, απλώς κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος και όχι πολιτικού.

Αν η διαδικασία προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση ενισχυθεί και ενδυναμωθεί ποιο μοντέλο ενοποίησης θα έπρεπε να ακολουθηθεί; Ποιες θα έπρεπε να είναι οι κυρίαρχες διαστάσεις (πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές); Ποιες θα έπρεπε να είναι οι θεμελιώδεις οντότητες αυτής της ενοποίησης; Τα υπάρχοντα κράτη; Τα έθνη, με ή δίχως κράτος; Οι πολιτισμικές κοινότητες; Οι περιοχές;

Αν πρόκειται να υπάρξει δημοκρατική Ευρώπη, μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην αυτοκυβέρνηση. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις διαστάσεις των κοινωνικών και πολιτικών κοινοτήτων της σύγχρονης εποχής, και συγκεκριμένα μιας Ευρώπης με 350 εκατομμύρια κατοίκους, η αυτοκυβέρνηση απαιτεί τη μέγιστη δυνατή αποκέντρωση και τη θέσμιση τοπικών πολιτικών κοινοτήτων σε μια κλίμακα στην οποία η άμεση δημοκρατία θα μπορούσε πραγματικά να λειτουργήσει με αποτελεσματικό τρόπο. Η άμεση δημοκρατία δεν σημαίνει δημοκρατία που λειτουργεί μέσω των σφυγμομετρήσεων ή των τηλεφωνικών γραμμών των καναλιών, όπως υπονοεί η πρόσφατη διαστρέβλωση του όρου στη Γαλλία, αλλά μάλλον τη συμμετοχή όλων των πολιτών στη δημιουργία όλων των σημαντικών αποφάσεων, στην εφαρμογή αυτών των αποφάσεων, καθώς και στη διαχείριση των τρεχουσών δημόσιων υποθέσεων από επιτροπές λαϊκά εκλεγμένων εκπροσώπων που μπορούν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή.

Η πιθανότητα της ανάκλησης των εκπροσώπων δίνει λύση στο ψευδές δίλημμα μεταξύ της «αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας», από τη μία, –όπου οι «αντιπρόσωποι» στην πραγματικότητα αποστερούν τους «αντιπροσωπευομένους» από κάθε εξουσία– και της «επιτακτικής εντολής», από την άλλη, –όπου οι εκπρόσωποι θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από μηχανήματα καταμέτρησης ψήφων.
Το μέγεθος αυτών των τοπικών πολιτικών κοινοτήτων θα έπρεπε να είναι της τάξης των 100.000 κατοίκων το πολύ (το μέγεθος δηλαδή μιας μεσαίας πόλης, ενός παρισινού τομέα ή μιας αγροτικής περιοχής περίπου είκοσι χωριών). Είκοσι ή τριάντα τέτοιες κοινότητες θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν σε μια κοινότητα δεύτερου επιπέδου (περίπου στο μέγεθος των σημερινών περιφερειών στην Ισπανία, την Ιταλία ή τη Γαλλία). Αυτές οι κοινότητες, θα μπορούσαν με τη σειρά τους να ομαδοποιηθούν σε «εθνικές» κοινότητες, στον βαθμό που το «έθνος» θα παρέμενε σχετικό με όσα συζητάμε, οι οποίες θα ενώνονταν τελικά στο πλαίσιο μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας. Σε καθένα από αυτά τα επίπεδα, θα έπρεπε να επικρατεί η αρχή της άμεσης δημοκρατίας: όλες οι αποφάσεις που κατά κύριο λόγο επηρεάζουν τους πληθυσμούς ενός συγκεκριμένου επιπέδου θα έπρεπε να λαμβάνονται με άμεση ψήφο από τους ενδιαφερόμενους πληθυσμούς, μετά από πληροφόρηση και διαβούλευση.

Έτσι, για παράδειγμα, οι νόμοι της ομοσπονδίας θα έπρεπε να αποφασιστούν με δημοψήφισμα στο επίπεδο της ομοσπονδίας. Και σε όλα τα επίπεδα, οι επιτροπές των λαϊκά εκλεγμένων εκπροσώπων, που θα παρέμεναν ανακλητοί ανά πάσα στιγμή, θα είχαν μόνο δευτερεύουσες εξουσίες που θα αφορούσαν στην εκτέλεση των δημοκρατικά ειλημμένων αποφάσεων και στη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων. Σε όλα τα επίπεδα, το κυρίαρχο αξίωμα θα πρέπει να είναι: καμία εκτέλεση των αποφάσεων χωρίς συμμετοχή στην παραγωγή των αποφάσεων.

Είναι φανερό ότι, αν αναπτυσσόταν ένα λαϊκό κίνημα επαρκώς δυνατό και ριζοσπαστικό ώστε να απαιτήσει μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, θα δημιουργούσε πολύ πιο πλούσιες και πολύ πιο καινοτόμες μορφές πολιτικής συνύπαρξης και συνεργασίας από αυτές που προσπαθώ εδώ να περιγράψω σε αδρές γραμμές. Αυτή η περιγραφή θα πρέπει να εκληφθεί απλώς ως μία απεικόνιση μιας πιθανής συγκεκριμενοποιημένης εκδήλωσης των δημοκρατικών αρχών.

Είναι επίσης φανερό ότι, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει τώρα, η πολιτική διάσταση θα έπρεπε να είναι η κεντρική διάσταση κάθε προσπάθειας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Χωρίς αυτή τη διάσταση, η «Ευρώπη» θα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς μία ζώνη οικονομικής ενοποίησης με ακέραιες τις θεσμισμένες δομές. Τελικά, είναι επίσης φανερό ότι μια τέτοια πολιτική αλλαγή δεν θα μπορέσει να συμβεί αν δεν συμπεριλάβει γρήγορα και τις άλλες διαστάσεις της θέσμισης της κοινωνίας: την οικονομία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την παιδεία, τον πολιτισμό και ούτω κάθε εξής.

– Θεωρείτε ότι υπάρχει ευρωπαϊκή κουλτούρα; Για να το θέσουμε αλλιώς, η πολιτιστική ποικιλότητα που υπάρχει στη σημερινή Ευρώπη προωθεί την Ευρωπαιοποίηση ή την εμποδίζει;

Η ενότητα της ευρωπαϊκής κουλτούρας από τον Μεσαίωνα υπάρχει πέραν κάθε αμφιβολίας. Ωστόσο, επί αιώνες, έχει επίσης υπάρξει, όπως ξέρετε, μία ανάπτυξη εθνικών (ή περιοχικών) κουλτουρών, που συμβαδίζει με τον θρίαμβο των καθομιλουμένων γλωσσών επί της Λατινικής και την εγκαθίδρυση περισσότερο ή λιγότερο “εθνικών” κρατών. Αυτό δεν εμπόδισε αυτή την αναπτυσσόμενη ποικιλομορφία να αποτελέσει μία τρομερή πηγή αμοιβαίου εμπλουτισμού, τουλάχιστον ήδη από τον 14ο αιώνα (για να μην πάμε πριν από τον Πετράρχη), και έχει παραμείνει τέτοια, παρά τις εχθρότητες, τους πολέμους και τις κτηνωδίες που διαπράχθηκαν από κάποιους ενάντια σε άλλους, που έχουν, ως τώρα, προκαλέσει μόνο σύντομες εκλείψεις.

Στο πεδίο της φιλοσοφίας και των επιστημών, υπάρχει μόνο μία ευρωπαϊκή κουλτούρα (ακόμη και αν στη φιλοσοφία υπάρχουν κάποιες φορές “εθνικά στυλ”). Στο πεδίο της λογοτεχνίας και των τεχνών θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οι αναγνώστες είναι αναλφάβητοι, αν ασχολούμασταν με τη σύνταξη (που είναι στην πραγματικότητα αδύνατη) μιας λίστας των διασταυρούμενων γονιμοποιήσεων χωρίς τις οποίες καμία εθνική κουλτούρα στην Ευρώπη δεν θα ήταν αυτό που είναι και πιθανώς δεν θα υπήρχε καν. Μόνο δύο σημεία μου φαίνεται ότι επιδέχονται συγκεκριμένη έμφαση.

Η αμοιβαία γονιμοποίηση για την οποία μιλώ δεν είναι ούτε ένα σύνολο παθητικών “επιρροών”, ούτε ένα αγροτικό προϊόν του ευρωπαϊκού εδάφους, ούτε ένα μηχανικό αποτέλεσμα της χωρικής εγγύτητας. Αυτή η εγγύτητα δεν είναι παρά μία εξωτερική συνθήκη, που με κανέναν τρόπο δεν είναι ικανή συνθήκη. Η διασταυρούμενη γονιμοποίηση έχει βασικά προκύψει από αυτό το άνοιγμα κάθε κουλτούρας και κάθε δημιουργικού ατόμου σε άλλες κουλτούρες και τα άλλα έργα που παράχθηκαν σε αυτή τη ζώνη από μία μόνιμη αφύπνιση μπροστά στην ομορφιά και την αλήθεια που δημιουργήθηκε αλλού. Αυτό το άνοιγμα είναι το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής κουλτούρας και πηγαίνει πολύ μακρύτερα από τα κάθε φορά δεδομένα χωρικά και χρονικά σύνορα, όπως φαίνεται από την μοναδική σχέση της Ευρώπης προς το (Ελληνικό, Ρωμαϊκό, Μεσαιωνικό) παρελθόν της, το οποίο, μέσω της διαρκούς δημιουργικής επανερμηνείας του, που άρχισε στην Αναγέννηση, παραμένει διαρκώς παρόν, και επιπλέον από την μοναδική της σχέση με τον χωρικά εξωτερικό της κόσμο.

Από όλους τους γνωστούς μεγάλους πολιτισμούς της ανθρώπινης Ιστορίας, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός –και αυτό ισχύει ήδη από τον Ηρόδοτο– είναι ο μόνος που σχεδόν διαρκώς (εκτός από την παρέκβαση των Χριστιανικών Μέσων Χρόνων) έχει δείξει ένα παθιασμένο ενδιαφέρον για την ύπαρξη και τις δημιουργίες των άλλων. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους μεγάλους πολιτισμούς –την Ινδία, την Κίνα, την Ιαπωνία, το Ισλάμ– υπήρξε ο μόνος που δεν κλείστηκε στον εαυτό του και ο μόνος για τον οποίο θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν ήθελε να του είναι ξένο οτιδήποτε είναι ανθρώπινο. Υπ’ αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει, πέρα από το συγκεκριμένο περιεχόμενο των πολιτικών και φιλοσοφικών του δημιουργιών, τον οικουμενίστικο χαρακτήρα του.

Από την άλλη, είναι προφανές ότι η ανάπτυξη των εθνών-κρατών συμβαδίζει με μία πολιτιστική κλειστότητα στο επίπεδο που εξαρτάται από το Κράτος, δηλαδή τη γενική παιδεία, ένα επίπεδο του οποίου η σημασία είναι αποφασιστική σε κάθε περίπτωση, και ιδιαίτερα διότι, εμμέσως αλλά με δύναμη, καθορίζει το πολιτικό μέλλον των ανθρώπων. Σε κάθε χώρα, αυτή η παιδεία επικεντρώνεται αποκλειστικά στην κουλτούρα της χώρας και, πιο συγκεκριμένα, στην “εθνική” της λογοτεχνία. Είναι χαρακτηριστικό και ανησυχητικό, ότι κάποιος μπορεί σήμερα να ολοκληρώσει τη δευτερεύουσα εκπαίδευση και ακόμη και την πανεπιστημιακή στη Γαλλία (και πιστεύω ότι αυτή η κατάσταση είναι παρόμοια και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες) χωρίς να έχει διαβάσει μια αράδα του Θερβάντες, του Δάντη, του Σαίξπηρ, του Γκαίτε, του Κάφκα ή του Ντοστογιέφσκι (των οποίων τα ονόματα κάποιος απλώς θα έχει, στην καλύτερη, συναντήσει σε κάποιο μάθημα ιστορίας).

Όσο για τους Έλληνες και Λατίνους κλασσικούς, δεν έχει νόημα καν να τους αναφέρουμε. Είναι σχεδόν ταυτολογία να πούμε ότι μια κουλτούρα μπορεί να υπάρξει μόνο αν ριζώνει σε μία ζωντανή γλώσσα και ότι το προνομιακό όχημα μιας γλώσσας είναι η λογοτεχνία. Αλλά είναι ανόητο να προχωράμε ως εάν η γνώση αυτής της λογοτεχνίας θα έπρεπε να συνοδεύεται από τον αποκλεισμό όλων των άλλων (και το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τα υπόλοιπα, εκτός Ευρώπης, μεγάλα έργα).

Συμπερασματικά, η πολιτιστική ποικιλομορφία των ημερών μας θα μπορούσε να εμποδίσει την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας μόνο εάν, απιστώντας στο ίδιο το πνεύμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τα ευρωπαϊκά προγράμματα σπουδών συνεχίσουν να αποκλείουν οτιδήποτε δεν είναι “εθνικό”.

– Οι εθνοτικές κοινότητες χωρίς κράτος –όπως είναι η Καταλωνία, αλλά και άλλες– θα διαλυθούν ή θα επαναβεβαιωθούν στη διαδικασία της ενοποίησης; Ποια θα ήταν η επιθυμητή εξέλιξη και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να συμμετέχουν στην ενοποίηση;

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα εάν οι εθνοτικές κοινότητες δίχως κράτος (ή ακόμη και αυτές με κράτος) θα διαλυθούν ή θα επαναβεβαιωθούν στη διαδικασία της ενοποίησης. Όμως μία δημοκρατική ομοσπονδία, με τα χαρακτηριστικά που σκιαγραφήσαμε παραπάνω, σίγουρα θα περιελάμβανε ένα μεγάλο ποσοστό διευκόλυνσης, για τέτοιες κοινότητες, ώστε να βοηθηθούν να οργανωθούν με όλη την αυτονομία που επιθυμούν εντός της ομοσπονδίας. Με αυτό κατά νου, το ερώτημα της επιθυμητής εξέλιξης των υπαρχουσών εθνοτικών οντοτήτων (με ή δίχως κράτος) φέρνει ένα αξεδιάλυτο δεσμό αντινομιών.

Η αρχή της ατομικής και συλλογικής αυτονομίας υποδηλώνει ότι κάθε κοινότητα που επιθυμεί κάτι τέτοιο, με πλήρη επίγνωση των σχετικών γεγονότων, θα μπορεί να αυτο-οργανώνεται σύμφωνα προς την πολιτική μορφή που επιθυμεί να έχει (συνεπώς, ακόμη και το έθνος-κράτος). Όμως, σε μια άλλη σύνδεση, αυτό το ίδιο το πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας, που απευθύνεται σε κάθε ανθρώπινο ον και κάθε ανθρώπινη συλλογικότητα, υποδηλώνει, μέσω του οικουμενισμού που είναι συνυπόστατός της, μία υπέρβαση του φαντασιακού του έθνους-κράτους και μία επαναφομοίωση των εθνοτήτων σε μία ευρύτερη κοινότητα, που, εν τέλει, αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Την ίδια στιγμή, στην πραγματικά ενεργή ιστορική πραγματικότητα, το φαντασιακό του έθνους και του ένθους-κράτους απέχει από το να υποχωρεί, και ακόμη φαίνεται, όπως δείχνουν τα πρόσφατα γεγονότα στην Ανατολική Ευρώπη [σ.τ.μ. μετά τη διάλυση του σοβιετικού μπλοκ] αλλά επίσης και σε ολόκληρη της υδρόγειο, να αναβιώνει και να ενισχύεται σαν το μοναδικό καταφύγιο για άτομα που εξατομικεύονται από τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία και αποπροσανατολίζονται από την κατάρρευση των σημασιών και των αξιών που χαρακτηρίζει αυτή την κοινωνία. Τέλος, δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να συλλάβουμε μια κουλτούρα δίχως ρίζωμα σε μία συμπαγή γλώσσα, η οποία να είναι μία ζώσα, καθημερινή γλώσσα και όχι απλώς μια εμπορική ή διοικητική lingua franca.

Ο εξελληνισμός της ανατολικής Μεσογείου που ξεκίνησε με τον Αλέξανδρο, ο εκλατινισμός της δυτικής Μεσογείου υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία, και ο εξαραβισμός των εξισλαμισμένων πληθυσμών μετά τον 7ο αιώνα προσφέρουν κάποια παραδείγματα. (Και το ελβετικό αντιπαράδειγμα δεν είναι πράγματι αντιπαράδειγμα διότι, παρόλο που η Ελβετία έχει πολιτικά υπάρξει ικανή να διαφυλάξει την ενότητά της για αιώνες, πολιτισμικά τα τρία κύρια μέρη της ήταν πάντοτε στραμμένα και τρέφονται από τις γειτονικές Γερμανική, Γαλλική και Ιταλική κουλτούρα).

Ενώ η Αγγλική (ή καλύτερα η Αγγλο-αμερικάνικη) συνεχώς περισσότερο παίζει τον ρόλο της προαναφερθείσας lingua franca, φαίνεται δύσκολο να οραματιστούμε μία “αγγλοποίηση” της Ευρώπης και αδύνατο να δεχτούμε την εξαφάνιση, ως πολιτισμικές γλώσσες, τόσο όμορφων, πλούσιων και ιστορικά φορτισμένων γλωσσών, όπως είναι οι υπαρκτές σήμερα ευρωπαϊκές γλώσσες.

Καθώς περιμένουμε την Ιστορία να επιτελέσει το έργο της, του οποίου τον προσανατολισμό και τις συνέπειες θα ήταν παιδιάστικο να θέλουμε να σκιαγραφήσουμε ή να προβλέψουμε, θα υποστήριζα μία λύση που, ακόμη μιλώντας από την σκοπιά μιας δημοκρατικής Ευρώπης, θα υιοθετούταν ως lingua franca της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, αντί για κάποια τεχνητή γλώσσα, μία ζώσα (και η Αγγλική, για διάφορους λόγους, δείχνει η πιο κατάλληλη για αυτό το ρόλο), ενώ οι ιδιαίτερες πολιτισμικές γλωσσικές κοινότητες θα συνέχιζαν να αναπτύσσονται.

Κι όμως, δεν θα μπορούσαμε να ολοκληρώσουμε αυτές τις λίγες σκέψεις χωρίς να υπογραμμίσουμε –επί τη ευκαιρία, όπως έτυχε, της τελευταίας ερώτησης– τη σημασία ενός μέγιστου εμποδίου στον δρόμο της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας: την τρομερή επιμονή του φαντασιακού του έθνους-κράτους, που φαίνεται να δείχνει ότι οι λαοί που έχουν ήδη συγκροτηθεί σε κράτη δεν είναι με κανέναν τρόπο διαθέσιμοι να εγκαταλείψουν την «εθνική κυριαρχία», ενώ οι υπόλοιποι είναι ιδιαιτέρως προκατειλημμένοι με την ιδέα να αποκτήσουν μία μορφή «ανεξάρτητου» κράτους με όποιο κόστος και με όποιο περιεχόμενο.
Για όσο καιρό τα πράγματα παραμένουν ως έχουν, η «Ευρώπη» θα συρρικνώνεται σε μία γραφειοκρατική δομή που κάπως θα τίθεται επικεφαλής και θα επιβλέπει τα εθνικά κράτη, και θα είναι μάταιο να μιλούμε για «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

***
Μετάφραση για το περιοδικό «Βαβυλωνία»: Κωνσταντίνος Μερσινιάς, Αλέξανδρος Σχισμένος.

Πηγή: Περιοδικό Βαβυλωνία


Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Η συνάντηση στην κάλπη είναι μία στιγμή, η συνάντηση στον αγώνα είναι επιλογή μίας ζωής.


Ο απόηχος και  το νόημα των εκλογών της 12ης και 19ης Νοεμβρίου 2017

Η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του επικεφαλής του νέου πολιτικού φορέα της Προοδευτικής Παράταξης  συνεχίζεται με το δεύτερο γύρο την επομένη Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017, μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων, της Φώφης Γεννηματά και του Νίκου Ανδρουλάκη.
Ήδη η μεγάλη συμμετοχή των πολιτών στις κάλπες την πρώτη Κυριακή, στις 12 Νοεμβρίου 2017, σηματοδοτεί σε μεγάλη έκταση την επιτυχία του πρωτόγνωρου και ρηξικέλευθου εγχειρήματος. Προσωπικά πίστευα και πιστεύω ότι η συμμετοχή των προοδευτικών πολιτών είχε μεγαλύτερη σημασία από αυτό καθεαυτό το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ανάδειξη του επικεφαλής είναι ο μοχλός, το εργαλείο, για την συμμετοχή των πολιτών στην συγκρότηση του Νέου Πολιτικού Φορέα. Η συμμετοχή, η πρωτοβουλία του /της Επικεφαλής και ο τρόπος με τον οποίο θα οργανώσει  το ιδρυτικό συνέδριο, η δέσμευση όλων να παραμείνουν στον δρόμο προς την Νέα Προοδευτική Παράταξη, το κτίσιμο της συλλογικότητας και της εμπιστοσύνης στις διαδικασίες,  είναι τα μεγάλα διακυβεύματα από εδώ και πέρα. Και αυτά είναι εξίσου ρηξικέλευθα και καθοριστικά. Στις 12 Νοέμβρη έγινε το πρώτο βήμα που ολοκληρώνεται την επομένη Κυριακή. Ο δρόμος όμως που πρέπει να χαραχθεί είναι μακρύς και χρειάζεται την πλατιά και ενεργή συμμετοχή όλων των πολιτών που δήλωσαν ή θα δηλώσουν ότι αποφάσισαν να γίνουν συνιδρυτές και πρωταγωνιστές.
Η ρητορεία ορισμένων υποψηφίων ίσως να θυμίζει τα παλιά αρχηγικά πρότυπα αλλά πιστεύω ότι δεν θα τα επιλέξουν στην πράξη. Τώρα όλοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν  ότι η πολιτικά πολύπλοκη διαδικασία της γέννησης του Νέου Πολιτικού Φορέα και κυρίως η προσδοκία της κοινωνίας από αυτόν είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν ακολουθήσει τα παλιά οργανωτικά και αρχηγικά πρότυπα και είναι προορισμένη να κερδίσει το στοίχημα με την ιστορία εάν ακολουθήσει το δρόμο ενός νέου ανοικτού στην κοινωνία πολιτικού σχηματισμού ο οποίος πρέπει να είναι βαθιά συμμετοχικός, αναγκαστικά πολυτασικός για να ενώσει τις επιμέρους ιδεολογικές και προγραμματικές τάσεις της ενιαίας και συνολικής προοδευτικής παράταξης, θεσμικά δημοκρατικός, καινοτόμος και ριζοσπαστικός, λαϊκός αλλά κάθετα αντιλαϊκίστικος.  Το πρότυπο ενός γνήσια δημοκρατικού ευρωπαϊκού φορέα είναι το ανοικτό κόμμα των πολιτών και όχι το κλειστό κόμμα-γκέτο των αξιωματούχων. Πρόκειται ακριβώς για τον βίαιο τερματισμό του αρχηγισμού και του πελατειακού μοντέλου που χαρακτηρίζει έως σήμερα το ελληνικό κομματικό σύστημα. Αυτή η συνθήκη είναι κορυφαία για να είναι ο Νέος Προοδευτικός Φορέας το δυναμικό όχημα για την Αλλαγή και την Προοδευτική Ελλάδα. Διαφάνεια, συμμετοχική ενδοκομματική δημοκρατία, διαβούλευση, αξιοποίηση των εφαρμογών της ψηφιακής δημοκρατίας, όριο θητειών παντού, ασφαλιστικές δικλείδες ανανέωσης, συνοχής και κυρίως δυναμικής  και άμεσης σχέσης με την κοινωνία και ιδίως τους νέους μη προνομιούχους που γέννησε η κρίση και θα συνεχίσουν να αγωνιούν για να επιβιώσουν στην μετά- κρίση Ελλάδα.
Αυτή την μετα-κρίση Ελλάδα πρέπει να σχεδιάσει, να εμπνεύσει και να οδηγήσει στο δρόμο της αναγέννησης και της ευημερίας η Νέα Προοδευτική Παράταξη που ιδρύουν με την ψήφο τους οι πολίτες που συμμετείχαν και θα επαναλάβουν με την ίδια ένταση τη συμμετοχή τους στις κάλπες της 19ης Νοεμβρίου 2017.

Όλα ξεκίνησαν και δεν σταματούν πια, η συνάντηση στις κάλπες είναι μία στιγμή, η συνάντηση στον αγώνα για την Νέα Προοδευτική Ελλάδα είναι επιλογή καρδιάς, συνείδησης και συμμετοχής, είναι επιλογή μίας ζωής.

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Η Προοδευτική Παράταξη στο προσκήνιο.


Η διαδικασία για την εκλογή ηγέτη στο νέο πολιτικό φορέα της προοδευτικής παράταξης βρίσκεται ήδη στο δρόμο. Το εγχείρημα είναι πρωτόγνωρο και ριψοκίνδυνο, οι νοοτροπίες, οι υστεροβουλίες και οι οργανωτικές ραθυμίες υψώνουν εμπόδια στην ομαλή πορεία του. Εν τούτοις έστω και με αργά βήματα προχωρά.
Οι αναγωγές στις ιστορικές ρίζες της παράταξης είναι χρήσιμες στο μέτρο που επιχειρούνται για να περιγράψουν το εύρος της αναμενόμενης εμβέλειάς της, αλλά ως εκεί. Το παιχνίδι θα κερδηθεί στο παρόν και το μέλλον. Στην ανταπόκριση των κοινωνικών δυνάμεων που σήμερα προσδοκούν να εκφραστούν από μία νέα προοδευτική παράταξη.
Ο όρος Προοδευτική Παράταξη ως έννοια που σηματοδοτεί το εύρος των επιμέρους ιδεολογικών πολιτικών ρευμάτων που συναθροίζονται σε αυτήν είναι ο περισσότερο εύστοχος και δόκιμος. Δημοκρατικές Παρατάξεις μπορεί να είναι σε μία σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική δημοκρατία και δεξιές και αριστερές παρατάξεις, αλλά δεν είναι ex officio και προοδευτικές. Η μεν Δεξιά είναι συντηρητική και συνεπώς εκ διαμέτρου αντίθετη με την προοδευτικότητα. Η Αριστερά δεν είναι a priori σε όλες τις εκφάνσεις της προοδευτική. Η προοδευτική όμως Αριστερά, ιδίως η γαλουχημένη στις αρχές και τις αξίες του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της σοσιαλδημοκρατίας που δεν απαρνείται τις ρίζες της, της πολιτικής οικολογίας,  είναι βασική συνιστώσα της προοδευτικής παράταξης. Το ίδιο μπορεί να διακρίνει κανείς το Προοδευτικό και το Συντηρητικό Κέντρο ως χώρο της πολιτικής γεωγραφίας. Η προοδευτική Παράταξη είναι η πλατιά συμμαχία της προοδευτικής Αριστεράς και του Προοδευτικού Κέντρου. Άλλοι, οι περισσότεροι, την λένε Κεντροαριστερά αλλά ως όρος είναι προβληματικός διότι περιγράφει τον πολιτικό χώρο με απλουστευτικές προσεγγίσεις έχοντας παράλληλα την ιστορική φόρτιση της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής και την εγχώρια ιδιαιτερότητα  χωρίς να  αντιστοιχεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα.  Η Κεντροαριστερά δεν είναι παράταξη είναι πολιτικός χωρικός προσδιορισμός.
Η παράταξη προσδιορίζεται από την ιδεολογικοπολιτική της ταυτότητα και από την προγραμματική της στρατηγική.

Η προοδευτική παράταξη πρέπει να έχει ισχυρή θέση στο κυρίαρχο πολιτικό δίπολο.

Δεν είναι ο ρόλος της να κρατά στην μέση τον ζυγό ούτε βέβαια να καταντά μπαλαντέρ διαχειριστικών Κυβερνήσεων. Εξάλλου όταν το έκανε διαλύθηκε.
Η προοδευτική παράταξη έχει θέση στο δίπολο Δεξιά – Αριστερά, Συντήρηση-Πρόοδος και η θέση είναι Αριστερά και Πρόοδος.
Συνεπώς η Προοδευτική Παράταξη οφείλει να επιδιώκει την κατάκτηση ηγεμονικής θέσης στον δικό της πόλο ενάντια στη Δεξιά και τη Συντήρηση. Αυτός ήταν και είναι ο ρόλος της στην σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Αν δεν το κάνει διαλύεται, αποσυντίθεται περιθωριοποιείται.

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Ένας δρόμος Μπροστά. Ας τον χαράξουμε Περπατώντας τον, Συμμετέχοντας.


Η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είναι αυτό καθεαυτό ένα κορυφαίο πολιτικό γεγονός. Όχι ως διαδικασία ανάδειξης ηγέτη αλλά ως διεργασία συμμετοχής των πολιτών σε ένα νέο, επίμονα έγκαιρο, πολιτικό εγχείρημα.
Ασφαλώς κουβαλά αντιφάσεις, εμμονές και τακτικές μηχανισμών και προσώπων, κουβαλά εν ολίγοις το «πρόβλημα» της παράταξης αλλά ταυτόχρονα δίνει την ευκαιρία στους πολίτες με τη συμμετοχή τους να δώσουν το μήνυμα της υπέρβασης, των λύσεων, να δείξουν τον δρόμο συμμετέχοντας στην απόφαση για να γεννηθεί το καινούργιο.
Η αναγέννηση της «κεντροαριστεράς» -όπως συνηθέστερα λέμε στην Ελλάδα- ως μίας σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής δύναμης, ως φορέα ενός νέου «λυτρωτικού» για την κοινωνία προγραμματικού οράματος  προοδευτικής μεταρρύθμισης και διακυβέρνησης είναι σήμερα η μοναδική ελπίδα για την κοινωνία και την χώρα.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο ξεκίνημα. Η προοδευτική δημοκρατική παράταξη, είναι η μόνη που μπορεί να  συμβάλλει και να εγγυηθεί την επανεκκίνηση και ταυτόχρονα την απελευθέρωση από τα δεσμά που κρατούν την Ελλάδα ανήμπορη.
Η βαθιά πίστη και προσήλωση στην λαϊκή κυριαρχία, στην ορθή και αποτελεσματική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και στην αναζωογόνησή τους με θεσμούς αδιαμεσολάβητης συμμετοχής των πολιτών, η εμπέδωση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της  αξιοκρατίας είναι αρχές και αξίες που βρίσκονται στο σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας του προοδευτικού χώρου γιατί εμπεδώθηκαν με τους αγώνες, τις κατακτήσεις και τα λάθη, με την εμπειρία και την πίστη των προοδευτικών πολιτών, γιατί είναι κοινά πολιτικά αγαθά της σύγχρονης ανοικτής στην κοινωνία δημοκρατικής συνείδησης της ευρωπαϊκής αριστεράς, της προοδευτικής Ευρώπης.
Η ανασυγκρότηση, ο εκσυγχρονισμός  του κοινωνικού κράτους, η ανόρθωση της κοινωνίας μέσα από την επανακατάκτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης είναι προτεραιότητα μίας αναγεννημένης πλέον και ίσως σοφότερης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που μπορεί να εμπνεύσει αντίστοιχα και τον ελληνικό προοδευτικό χώρο.
Η πολυζητημένη και διαρκώς ματαιωμένη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, ως όρος ανάκτησης της θέσης της χώρας στο Ευρωπαϊκό και Διεθνές Προσκήνιο, η βιώσιμη ανάπτυξη των παραγωγικών πόρων και η ενίσχυση νέων μορφών επιχειρηματικότητας με απόδοση της θέσης που αναλογεί στην κοινωνική οικονομία, η προώθηση της καινοτομίας και της έξυπνης εξειδίκευσης είναι άξονες μίας νέας προοδευτικής μεταρρυθμιστικής στρατηγικής.
Τίποτε όμως δεν είναι δεδομένο. Όλα είναι προς κατάκτηση. Η εκλογή του προέδρου είναι συνεπώς μία διαδικασία που στοχεύει, μεταξύ των άλλων, στο πέρασμα της  γέννησης του νέου πολιτικού φορέα, με όποια μορφή καταλήξει, στα χέρια των ίδιων των πολιτών, στα χέρια της ίδιας της κοινωνίας, προσωποποιημένης πλέον σε εκείνους που θα συμμετάσχουν στην ψηφοφορία. Ότι προηγηθεί πάντως, δηλαδή η ανοικτή διαβούλευση με τις προτάσεις, τις προγραμματικές θέσεις των υποψηφίων, ο διάλογος, η σύνθεση, όλα αυτά είναι επίσης ο πλούτος που η δύναμη της συμμετοχής των πολιτών θα τον μεταβάλλει σε στέρεα βάση μίας νέας άνοιξης για την προοδευτική Ελλάδα.
Το διακύβευμα είναι κατά το μεγάλο και κρίσιμο μέρος η συμμετοχή. Συμμετοχή προβληματισμένων και ίσως επιφυλακτικών πολιτών, συμμετοχή ανθρώπων που βγήκαν στο περιθώριο της πολιτικής, συμμετοχή νέων που μεγάλωσαν στην Ελλάδα της κρίσης, συμμετοχή πρωτίστως ενεργών πολιτών και λιγότερο οπαδών και ψηφοφόρων από συνήθεια ή συναίσθημα.
Είναι τελικά ένα πεδίο δημοκρατίας για την συνδιαμόρφωση του προοδευτικού δρόμου με προσανατολισμό το μέλλον και όχι με ματιά αγκυρωμένη στο παρελθόν. Είναι ένας δρόμος Μπροστά. Ας τον χαράξουμε Περπατώντας τον, Συμμετέχοντας

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

«Αλλαγή του Καλλικράτη»: Γιατί; Προς τα που; Πως;

Εισήγησή μου στην Ημερίδα με θέμα: Τολμηρή Αποκέντρωση Ισχυρή Αυτοδιοίκηση. Αθήνα 5 Μαίου 2017 (Διοργάνωση: Δίκτυο Αυτοδιοίκησης Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών )

Εισαγωγή

Το κοινό σύνθημα της συζήτησης για την μεταρρύθμιση στη τοπική αυτοδιοίκηση είναι η «Αλλαγή του Καλλικράτη». Κυβέρνηση αλλά και συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης (ιδίως η ΚΕΔΕ) προωθούν αυτό το σύνθημα.
Τελικά ποιος είναι ο Καλλικράτης που θα αλλάξει;
Η θεματολογία των προτεινομένων μεταρρυθμίσεων υπό τον στόχο της «Αλλαγής του Καλλικράτη» αναδεικνύει δύο διακριτά «είδωλα» του «Καλλικράτη»: Το ένα είναι ο  νόμος 3852/2010 (υπονοώντας ιδίως το «χωροταξικό»), το άλλο είναι το σύνολο των σημαντικών ή ασήμαντων ζητημάτων, τα οποία η κάθε πλευρά εντοπίζει ως επείγουσες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που έχουν ως αφετηρία την Αυτοδιοίκηση προ ή μετά το 2010. Αυτό είναι το φαντασιακό είδωλο το «σκιάχτρο του Καλλικράτη».
Σήμερα, η «Αλλαγή του Καλλικράτη» εστιάζεται κυρίως σε αυτό το «φαντασιακό είδωλο». Εκεί συσσωρεύεται η μεταρρυθμιστική αγωνία, σε θέματα αρμοδιοτήτων, πόρων, οικονομικής αυτοτέλειας, συστήματος διακυβέρνησης, εκλογικού συστήματος, καταστατικής θέσης, σχέσεων Δήμων και Περιφερειών κ.ο.κ.
Αφού πλέον συνεννοηθούμε σε μία κοινή έννοια περί «Αλλαγής του Καλλικράτη» ως συνώνυμο της «Αλλαγής στην Αυτοδιοίκηση» μπαίνουν μπροστά μας τα μεγάλα ερωτήματα:
Γιατί Αλλαγή της Αυτοδιοίκησης; Προς τα που; Προς ποια κατεύθυνση; και Πως, με ποια μέθοδο, με ποιο σχέδιο;

Από το Συγκεντρωτικό στο Επιτελικό Κράτος

Για να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα -γιατί Αλλαγή στην Αυτοδιοίκηση;-  βασιζόμαστε σε ορισμένες παραδοχές:
Το Ελληνικό Κράτος είναι από τα πλέον συγκεντρωτικά στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως. Αυτό προκύπτει, πέρα από όσα βιώνουμε, και από σχετικά πρόσφατες έρευνες που το επιβεβαιώνουν.
Αυτό το συγκεντρωτικό Κράτος υπάρχει γιατί η Αυτοδιοίκηση, παρά τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων 40 χρόνων, δεν έγινε υποδοχέας σοβαρών και εκτεταμένων αρμοδιοτήτων, δεν έγινε δηλαδή το πεδίο μίας βαθιάς αποκέντρωσης της εξουσίας, ενώ στο μέτρο που μεταφέρθηκαν, κατά κανόνα ήσσονος βαρύτητας, αρμοδιότητες, αυτές δεν συνοδεύτηκαν από την μεταφορά και των πόρων.
 Η δημόσια εξουσία, παρέμεινε συγκεντρωμένη στα Υπουργεία και δευτερευόντως στα περιφερειακά κρατικά όργανα.

 Αλλά και αντίστροφα το Κράτος παραμένει συγκεντρωτικό γιατί η Αυτοδιοίκηση δεν έχει την θέση που έπρεπε να έχει στο διοικητικό και πολιτικό σύστημα όχι μόνο ένεκα του θεσμικού πλαισίου αλλά κυρίως λόγω του συγκεντρωτικού θεσμικού πολιτισμού που διέπει το πολιτικό σύστημα συμπεριλαμβανομένου και του κομματικού.
Η εμπειρία των μεταρρυθμίσεων που προηγήθηκαν την δεκαετία του 80, η ίδρυση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, το Πρόγραμμα «Ιωάννης Καποδίστριας», το «Πρόγραμμα Καλλικράτης»  ανέδειξε, ως αχίλλειο πτέρνα της στρατηγικής για την Ισχυρή Αυτοδιοίκηση, την αδυναμία των δομικών και χωρικών αλλαγών να σπάσουν τον απόρθητο κάστρο του συγκεντρωτισμού.
Οι αλλαγές στις δομές και στις χωρικές ενότητες, η δημιουργία αυτοδιοικητικών υποκειμένων με έκταση και πληθυσμό που υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν αρκούν για να οδηγήσουν  στην Ισχυρή Αυτοδιοίκηση εάν δεν ακολουθούν την ουσιαστική Αποκέντρωση με άμεσο στρατηγικό στόχο το τέλος του πλέον συγκεντρωτικού κράτους στην Ευρώπη και το πέρασμα σε μία νέα Πολυεπίπεδη Δημοκρατική Πολιτεία βασισμένη στην τολμηρή, την γενναία, αποκέντρωση της δημόσιας εξουσίας προς τα κάτω, προς τον πολίτη και τις τοπικές κοινωνίες.

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Νέα Αριστερά και προοδευτική ταυτότητα στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίσης




Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Γιώργου Σωτηρέλη «Ποια Αριστερά; Ανιχνεύοντας την προοδευτική ταυτότητα στην Ευρώπη της κρίσης»

Του Δημήτρη Ι. Κατσούλη


Αυτές τις ημέρες ξεκίνησε το ταξίδι του το βιβλίο-δοκίμιο του Καθηγητή Γιώργου Σωτηρέλη με τίτλο «Ποια Αριστερά; Ανιχνεύοντας την προοδευτική ταυτότητα στην Ευρώπη της κρίσης». Διαβάζοντάς το, έχω την εντύπωση ότι αντικρύζω νοητά  την ίδια εικόνα που μόλις τώρα βλέπω από το Γραφείο μου: η πλατεία καταπράσινη και ζωντανή, λίγο πιο κάτω τα ρεύματα του Ευρίπου και στο βάθος το αδιάβατο Καντήλι. Αυτή η κλειστή εικόνα ταυτόχρονα και συνειδητά μου φαίνεται σαν ένας νέος ανοικτός ορίζοντας που υποδέχεται την δειλά αναμενόμενη άνοιξη.  Έτσι και το δοκίμιο του Γιώργου Σωτηρέλη, μέσα στον κλειστό ορίζοντα της παραπαίουσας και χειραγωγημένης εγχώριας σοσιαλδημοκρατίας, έρχεται να ανοίξει ένα μεγάλο παράθυρο περίσκεψης, προβληματισμού και θετικής πρότασης  για  ένα νέο αφήγημα ιδεολογικής και πολιτικής προοπτικής που ενώ χαράσσεται σε πραγματικές και ιστορικά τεκμηριωμένες αλήθειες εν τούτοις είναι και ρηξικέλευθο  και αναγεννητικό. Αυτό το εγχείρημα, με απλές σκέψεις και πολιτικούς προβληματισμούς να κτίζεις μία νέα προσέγγιση, είναι αποτελεσματικό.
Στην σύγχρονη Ελλάδα της παρακμής, ιδεολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις που θεμελιώθηκαν στην ιστορική πραγματικότητα  του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα μη δυνάμενες να προσαρμοστούν  σε νέους καιρούς αλλά και να αξιοποιήσουν αναγεννητικά το σοκ της ραγδαίας και τραγικής αλλά και πολύπλευρης κρίσης απαξιώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν. Αναφέρομαι στην διαχείριση του δημοκρατικού σοσιαλισμού από το διαδοχικά μεταλλασσόμενο  ΠΑΣΟΚ, την ταυτότητα και την αυτογνωσία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας και την χειραγώγησή της στον «προκάτ», λεγόμενο «μεσαίο χώρο» που προσδοκά αυτάρεσκα τον ρόλο του μπαλαντέρ, ενώ την ίδια στιγμή ακόμα και ως τέτοιος αυτοαναιρείται γιατί  αυτοπεριορίζεται ιδεολογικά και πολιτικά στις κατευθύνσεις που χαράζει η επίσης πολυδιάστατη Δεξιά, τουλάχιστον στην μετριοπαθή της έκφανση.   
Η προσέγγιση του Σωτηρέλη δεν ξεκινά ούτε περιορίζεται στα συντρίμια του ελληνικού δημοκρατικού σοσιαλισμού. Πηγάζει από τις ιστορικές αφετηρίες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς όπου η σοσιαλδημοκρατία έχει βαθιές ιστορικές και ιδεολογικές ρίζες ούσα η βασική της συνιστώσα σε όλο το διάβα του περασμένου αιώνα. Στέκεται κριτικά στην μεταστροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς το κέντρο και την υποταγή στις νεοφιλελεύθερες ιδεολογικοπολιτικές κατευθύνσεις, υποταγή που την ξέκοψε από τις ιστορικές ρίζες και τις κοινωνικές δυνάμεις που απετέλεσαν στο παρελθόν την ψυχή της. Υποστηρίζει σωστά ότι σήμερα η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν έχει άλλο δρόμο παρά μόνο εκείνο της ανανέωσης μέσα από την επανασύνδεση με την μήτρα που την γέννησε. Αυτή η επανάκαμψη δεν θα επιτευχθεί βεβαίως με όρους παλαιολιθικής και ρομαντικής αναπόλησης που με μαθηματική ακρίβεια θα εντείνουν την εσωστρέφειά της αλλά αντίθετα με όρους αναζήτησης νέων προσεγγίσεων για τη διαμόρφωση ενός πολιτικού και ιδεολογικού αφηγήματος προκειμένου να χαραχθεί δρόμος διεξόδου από την πολιτική και κοινωνική κρίση που έχει φέρει την Ευρώπη στα πρόθυρα της διάλυσης. Τούτο σημαίνει πρωτίστως έναν νέο προσδιορισμό των κοινωνικών δυνάμεων που θα εκφράσει η νέα ευρωπαϊκή προοδευτική πρόταση, λαμβάνοντας σταθερά υπόψη τη σημερινή θέση των κοινωνικών δυνάμεων στην ταξική αντιπαλότητα και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις μεταβολές τόσο στον κόσμο της εργασίας όσο και στον κόσμο του κεφαλαίου.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Ο Δασικός Χάρτης της Εύβοιας αγνοεί μεταξύ των άλλων και τους Αναδασμούς


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 
Ο ΠΟΛΥΠΑΘΟΣ ΑΝΑΔΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΧΛΑΔΕΡΗΣ


Η σύνταξη των Δασικών Χαρτών υπήρξε ένα προ πολλού αναμενόμενο και επιβεβλημένο έργο προκειμένου να μπει οριστικά τέρμα στην ασάφεια και στην αντιφατικότητα των χρήσεων γης σε σχέση με τις δασικές εκτάσεις και τα δάση αλλά και για την κατοχύρωση των αγροτικών και εν δυνάμει παραγωγικών εκτάσεων. Ο σκοπός συνεπώς και η αφετηρία για την υλοποίησή του υπήρξε πολιτικά ευπρόσδεκτη και θεσμικά αναγκαία.
 Η εφαρμογή όμως και το αποτέλεσμα είναι  όχι απλώς απογοητευτικό αλλά και εξωφρενικά υπονομευτικό για την ίδια την αποστολή της δασικής χαρτογράφησης. Οι Δασικοί Χάρτες που συντάχθηκαν και αναρτήθηκαν προκάλεσαν πολύ περισσότερα προβλήματα από εκείνα για τα οποία υπήρχε η προσδοκία να λύσουν.
Η χρήση του Χάρτη του 1945 ως ιστορικού υπόβαθρου είναι παντελώς ακατανόητη διότι αγνοεί την μεταπολεμική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και της αγροτικής ανάπτυξης. Ξεχνά την αναγκαιότητα αρχικά της φτωχοποιημένης από τον πόλεμο αγροτικής οικογένειας να καλλιεργήσει την γη για να μπορέσει να επιβιώσει αλλά και την εν συνεχεία ραγδαία αστικοποίηση η οποία έφερε την ερήμωση της υπαίθρου. Η απλή λογική και μόνο συνηγορεί υπέρ της χρήσης ως ιστορικού υπόβαθρου του Χάρτη του 1960 τουλάχιστον ή ακόμη και του 1970, όταν πια η αστυφιλία και η ερήμωση της αγροτικής γης σταθεροποιήθηκε.
Αλλά εξίσου ή περισσότερο προκλητική είναι η αγνόηση και των διοικητικών πράξεων που η ίδια η Πολιτεία εξέδωσε για τον χαρακτηρισμό των αγροτικών ή και οικιστικών χρήσεων γης όπως είναι οι πράξεις κύρωσης των αγροτικών αναδασμών των τελευταίων δεκαετιών αλλά οι εποικιστικές διανομές των ακόμη παλαιοτέρων χρόνων. Όταν η ίδια η Πολιτεία δια των αρμοδίων οργάνων της αναγνώριζε την ιδιοκτησία αγροτικών εκτάσεων και τις απέδιδε με Αποφάσεις- Τίτλους στους ιδιοκτήτες τους έρχεται σήμερα δια μέσου των Δασικών Χαρτών και αγνοώντας τον ίδιο της τον εαυτό και  τις αφαιρεί χαρακτηρίζοντάς τες διαχρονικές δασικές εκτάσεις. Εάν αυτό δεν είναι προσβολή κάθε έννοιας Κράτους Δικαίου και διάλυση κάθε ίχνους εμπιστοσύνης του πολίτη στην δήθεν ευνομούμενη Πολιτεία, τότε τι άλλο μπορεί να είναι.
Χαρακτηριστικό και εμβληματικό παράδειγμα η παντελής αγνόηση του Αναδασμού της Αχλαδερής στη Δημοτική Ενότητα Αυλώνος. Ο πολύπαθος Αναδασμός της Αχλαδερής συντελέστηκε το 1994-1995 και κυρώθηκε με Απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας το 1998 (Απ. 10383/23.11.1998-ΦΕΚ Β’ 1279/23-12-1998). Εν συνεχεία εκδόθηκαν οι Ατομικοί Τίτλοι Ιδιοκτησίας και παραχωρήθηκαν τα νέα αγροτεμάχια στους ιδιοκτήτες.
Σήμερα οι χαρακτηρισμένοι με πράξη της Πολιτείας αγροί, στο Δασικό Χάρτη της Εύβοιας χαρακτηρίζονται ως Δασικές Εκτάσεις (Δ.Δ)!!!
Ιδιαίτερα ο Αναδασμός της Αχλαδερής ενώ ολοκληρώθηκε νομικά και παραδόθηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας δεν ολοκληρώθηκε στην μεγαλύτερη έκτασή του τεχνικά εφόσον δεν υλοποιήθηκαν τα τεχνικά έργα της χάραξης και της διάνοιξης των δρόμων. Παρά τις επίμονες πιέσεις μου ως Δήμαρχος και την ένταξη σχετικού έργου στο ΠΕΠ εκείνης της εποχής με πρόταση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης το έργο δεν έγινε γιατί η κρατική τότε Περιφέρεια το απένταξε λόγω της υπερδέσμευσης (περίπου 2008). Έτσι η πρόσβαση στις ιδιοκτησίες παρέμεινε δύσβατη και η αξιοποίηση των νέων ιδιοκτησιών υπήρξε αρκετά δύσκολη.
Σήμερα έρχεται και ο Δασικός Χάρτης για να αποτελειώσει ένα αλαλούμ διαχρονικών ανακολουθιών της Πολιτείας η οποία αφού αφαίρεσε στο πλαίσιο του αναδασμού της πατρογονικές ιδιοκτησίες στο όνομα της καλύτερης οργάνωσης του αγροτικού κλήρου, μη προνοώντας με έργα υποδομής για την πρόσβαση των ιδιοκτητών στους νέους κλήρους, τους αφαιρεί επιπλέον ακόμη και την ελπίδα ότι κάποτε θα αξιοποιήσουν την αγροτική γη που η ίδια η Πολιτεία τους απέδωσε.
Τα πράγματα πλέον είναι απλά:
Αντί να τρέχουν οι ιδιοκτήτες να πληρώνουν την υποβολή αντιρρήσεων σε Δασικό Χάρτη ο οποίος βρίθει αστοχιών και παραλείψεων οφείλει εάν υπάρχει στοιχειωδώς νοήμων και υπεύθυνη Πολιτεία να τον αποσύρει και να τον διορθώσει, εάν όχι να τον επανασυντάξει εξαρχής με επίκαιρο ιστορικό υπόβαθρο και επίκαιρη ενημέρωση σεβόμενη ή ίδια η Πολιτεία την υπογραφή της σε αναδασμούς, εποικιστικές διανομές και Πράξεις Χαρακτηρισμού.
Ο Δήμος Κύμης Αλιβερίου οφείλει να επεξεργαστεί και να υποβάλλει άμεσα τις δικές του αντιρρήσεις μεταξύ των οποίων και η απαίτηση να αποκατασταθεί ο αναδασμός της Αχλαδερής και να εξαιρεθεί η περιοχή του Αναδασμού από τις δασικές χρήσεις γης. Να ελέγξει δε εάν το ίδιο ισχύει και σε άλλους αναδασμούς της περιοχής (π.χ. Νεοχωρίου κ.α.)
Οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες να ενώσουν την φωνή τους και να απαιτήσουν από το Δήμο, την Περιφέρεια και τις Δασικές Αρχές αλλά κυρίως από την Κυβέρνηση να επιλύσει άμεσα και χωρίς καθυστέρηση το πρόβλημα αποσύροντας προς διόρθωση τον Δασικό Χάρτη.

Επιτέλους έστω και τώρα είναι η ώρα που πρέπει η Πολιτεία σε όλες της τις διαστάσεις, κεντρικά, αποκεντρωμένα, τοπικά να σοβαρευτεί.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ένας Τουριστικός Οδηγός "Ζωοδόχος Πηγή" για την Οκτωνιά

Ο Σύνδεσμος των Απανταχού Οκτωνιατών «Η Ζωοδόχος Πηγή» συνεχίζει την ιστορική του αποστολή, δηλαδή γίνεται πράγματι η ζωοδόχος πηγή της Οκτωνιάς με τις εύστοχες και δημιουργικές πρωτοβουλίες του. Αυτή η προοδευτική ζωοδόχος πηγή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αυτές τις ατέρμονες μέρες της κρίσης όπου άλλοι διοικητικοί και κοινωνικού θεσμοί της ευρύτερης τοπικής κοινωνίας αδυνατούν να ανταποκριθούν έστω στο «ύψος στο περιστάσεων».
Ένα από τα αποτελέσματα των πρωτοβουλιών του Συνδέσμου είναι και η έκδοση και διάδοση ενός Τουριστικού Οδηγού με τίτλο: “ΟΚΤΩΝΙΑ: Φύση, Ιστορία, Τέχνη, Παράδοση, Αξιοθέατα και Σύγχρονη Ζωή”. Ο Οδηγός είναι δίγλωσσος, δηλαδή τα ίδια κείμενα μεταφράζονται και στα Αγγλικά (“OKTONIA, Nature, History, Art and Tradition, Sightseeings and Modern Life”).
Τουριστικοί Οδηγοί εκδίδονται πολλοί. Δεν έχω ξαναδεί όμως τόση σφαιρική παρουσίαση του τόπου, της κοινωνίας, του πολιτισμού και της ιστορίας με λιτό κείμενο, περιεκτικό, γραμμένο σε άψογη γλώσσα, με τις σημαντικότερες εικόνες ενός τόπου που διψάει για ζωή, που καλεί τον επισκέπτη να γνωρίσει την Οκτωνιά για να ζήσει στην Οκτωνιά πραγματικά ξεχωριστές στιγμές επιστροφής στο ελληνικό τοπίο και στο ελληνικό χωριό.
Τα κείμενα είναι της Προέδρου του Συνδέσμου κ. Παναγιώτας Γκαρούτσου- Λυμπεροπούλου και της εκπαιδευτικού και Διευθύντριας του Δημοτικού Σχολείου Αυλωναρίου κ. Σοφίας Μπουλή, κόρης του Αξέχαστου Τάσου Μπουλή. Φωτογραφίες διέθεσαν επιφανείς Οκτωνιάτες και φίλοι της Οκτωνιάς. Μετάφραση του κειμένου στα Αγγλικά είναι της Βασιλικής Κωνσταντίνου Ρόγκα, Καθηγήτριας Αγγλικών στην Χαλκίδα.
Ακόμη και οι διαφημιστικές καταχωρήσεις των καταστημάτων του χωριού είναι ιδιαίτερα προσεγμένες και καλαίσθητες, κατατοπιστικές για τον επισκέπτη του χωριού.
Ο Τουριστικός Οδηγός έχει ανέβει και στην ιστοσελίδα του Συλλόγου  http://oktonia.weebly.com/ 
Πολλά εύγε στον Σύνδεσμο και στους συντελεστές της έκδοσης!!!
Οφείλω, τέλος, να καταθέσω μία ενδεχομένως απαισιόδοξη διαπίστωση. Από το 2011 και μετά, στα χρόνια της κρίσης και της αποσύνθεσης του κοινωνικού και διοικητικού ιστού, ίσως το μοναδικό χωριό της περιοχής που κινείται αντίστροφα προς την ανάπτυξη είναι η Οκτωνιά. Αυτό το πετυχαίνει γιατί υπάρχουν Ζωοδόχες Πηγές που συνδέουν την τοπική της κοινωνία, δηλαδή δημιουργικοί φορείς της και πρωτοβουλίες πολιτών (πχ. Ομάδα Καταρράκτης) με προεξάρχοντα τον Σύνδεσμο των Απανταχού Οκτωνιάτων.
Ο Τουριστικός Οδηγός είναι ο καθρέπτης αυτής της προσπάθειας. Τα άλλα χωριά και οι πολιτιστικοί και κοινωνικοί φορείς των κοινοτήτων τους πρέπει να παραδειγματιστούν και να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο της «Ζωοδόχου Πηγής». Αξίες όπως αγάπη για την τοπική παράδοση, ανοικτόμυαλη αγροτουριστική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ήθος και δημοκρατική συνείδηση, ανοικτόμυαλη κοινωνική δράση, γνήσιος δημιουργικός εθελοντισμός πρέπει να επιστρέψουν στις τοπικές κοινωνίες. Είναι η μοναδική εγγύηση για την αντίσταση στην παρακμή και για την ανάκτηση του δρόμου της ανάπτυξης. 

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Μνήμες και συμπεράσματα Πολιτικής Προστασίας στην παγωμένη «Βόρεια Καρυστία»



Οι δύσκολες στιγμές που πέρασαν οι κάτοικοι του Δήμου Κύμης Αλιβερίου ιδιαίτερα στις δημοτικές ενότητες Κύμης, Κονιστρών και στην Οκτωνιά, μου φέρνουν στο μυαλό προληπτικές δράσεις και σχεδιασμό για την αντιμετώπιση αντίστοιχων καταστάσεων στο παρελθόν.
Η έλευση του χιονιά σήμαινε εξασφάλιση αλατιού, συνήθως με δημοτικά ή ιδιωτικά μέσα, συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες χωματουργικών μηχανημάτων και τρακτέρ, σχεδιασμό δράσης σε κάθε χωριό. Εκεί που το χιόνι θα ήταν πιο πολύ, στην Οκτωνιά, στον Αχλαδερή και στον Άγιο Γεώργιο οι δυνάμεις έπρεπε να είναι αυξημένες. Επίσης μεριμνούσαμε για να κρατηθεί ανοικτός ο επαρχιακός δρόμος που διερχόταν από το Δήμο Αυλώνος όπου, παραδόξως, σπανίως δούλευε μηχάνημα της Νομαρχίας  σε αυτό το τμήμα, ίσως γιατί ήταν ήσυχοι ότι εμείς θα φροντίσουμε γιαυτό. Σε κάθε χωριό υπήρχε μέριμνα για τους κτηνοτρόφους που έπρεπε να πάνε στα ζώα τους, έτσι κατά κανόνα ανοίγαμε και τους αγροτικούς δρόμους που οδηγούσαν σε ποιμνιοστάσια συντρέχοντας στους κτηνοτρόφους. Σίγουρα δεν έτυχε να έχουμε ίσως την ισχυρή χιονόπτωση των τελευταίων ημερών αλλά εάν δράσεις από την πρώτη στιγμή και έχεις σε επιφυλακή τους συνεργάτες σου και τον εξοπλισμό μειώνεις τις συνέπειες και του πιο ακραίου φαινομένου. Όλα αυτά σε μια εποχή που οι απαιτήσεις των κατοίκων ήταν περισσότερες. Όλοι ήθελαν ένα μηχάνημα έξω από την αυλή τους. Η γκρίνια και η υπερβολή επίσης. Αλλά το αποτέλεσμα ποτέ δεν μας εξέθεσε.

Συμπέρασμα: Η πολιτική προστασία είναι πρωτίστως υπόθεση της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι πρώτες ώρες και έως τις δυνατότητες των δυνάμεών του ανήκουν στο Δήμο, μετά έρχεται η Περιφέρεια η οποία όμως πρέπει να κρατά ανοικτό το επαρχιακό και εθνικό οδικό δίκτυο. Που ακούστηκε να αφεθεί δύο και πλέον μέρες κλειστός ο δρόμος για το λιμάνι της Κύμης και να αποκλειστεί πρόωρα και η Σκύρος. Μετά επικουρικά όταν οι τοπικές δυνάμεις δεν επαρκούν έρχεται η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Εδώ φθάσαμε να θεωρούμε σωτηρία και να εμφανίζεται ως τέτοια η υποχρεωτική συνδρομή της Πολιτείας και μάλιστα να «θεωρείται» έργο του μικρότερου κυβερνητικού εταίρου!!! Ψηφοθηρία στην παγωμένη και εγκλωβισμένη Βόρεια Καρυστία!!! Το ότι ασφαλώς μερικά από τα εκχιονιστικά του στρατού χάλασαν στην πορεία πέρασε απαρατήρητο.