Ένας επίκαιρος λόγος για την αντισυνταγματικότητα του εκλογικού συστήματος






Μία επίκαιρη αγόρευση του αείμνηστου Γιώργου Παπαδημητρίου στην Βουλή (22.1.2008)

Με το άρθρο του  «To εκλογικό σύστημα στη δίνη αντισυνταγματικών και αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων», κριτική στο τελικά ψηφισμένο νέο εκλογικό σύστημα δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα https://www.constitutionalism.gr/ του Ομίλου Αριστόβουλος Μάνεσης ο Καθηγητής  και πρόεδρος του Ομίλου Γιώργος Σωτηρέλης μεταξύ των άλλων μνημονεύει την ομιλία του αείμνηστου Καθηγητή Γιώργου Παπαδημητρίου στην Ολομέλεια της Βουλής τον Ιανουάριο του 2008 για το τότε εκλογικό νομοσχέδιο. Ο νομικός και πολιτικός αντίλογος στο αντισυνταγματικό εκλογικό σύστημα που προσφάτως ψηφίστηκε από την Βουλή καθιστά διαχρονικά επίκαιρη την αγόρευση του Γιώργου Παπαδημητρίου την οποία αναδημοσιεύω ανατρέχοντας στα Πρακτικά εκείνης της συνεδρίασης



Η΄ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΒΟΥΛΗ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΒ΄
ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ Ο΄
Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, στη Διαρκή Κοινοβουλευτική Επιτροπή προσπαθήσαμε να αναδείξουμε και να εξηγήσουμε τους λόγους για τους οποίους η ρύθμιση αυτή είναι προφανώς –θα μου επιτρέψετε να πω- επιπλέον καταφανώς αντισυνταγματική. Στη ιστορία των εκλογικών συστημάτων δεν υπήρξε ποτέ ρύθμιση με τόσο μεγάλη ένταση αντισυνταγματικότητας όσο η προτεινόμενη. Θα εξηγήσω γιατί.
      Με το νομοσχέδιο προτείνεται ουσιαστικά η κάρπωση της πριμοδότησης των πενήντα εδρών από το πρώτο αυτοτελές κόμμα ανεξαρτήτως αν συγκεντρώνει την Πλειοψηφία του λαού στην επικράτεια ή αν η εκλογική του δύναμη υπολείπεται της δύναμης συνασπισμού κομμάτων. Αυτό, κύριε Πρόεδρε, είναι το πρόβλημα. Στη λογική της ρύθμισης ενυπάρχει σαφώς η προοπτική το κόμμα της εκλογικής πλειοψηφίας να καταστεί κοινοβουλευτική μειοψηφία και το κόμμα της εκλογικής μειοψηφίας αντίστοιχα να καταστεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με λόγια απλά, ενυπάρχει η προοπτική η πλειοψηφία να αντιπολιτεύεται και η μειοψηφία να κυβερνά. Είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας μια τέτοια ρύθμιση;

      Το ότι αυτή η σκέψη είναι αναντίρρητη θα μου επιτρέψετε να σας εξηγήσω γιατί. Προβλέπει, εκ του πονηρού, το σχέδιο νόμου τη δυνατότητα να καρπωθεί ο συνασπισμός των κομμάτων την πριμοδότηση των πενήντα εδρών μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν του κλάσματος της εκλογικής του δύναμης και των μελών που το απαρτίζουν θα υπερισχύει της εκλογικής δύναμης του πρώτου κόμματος. Μα είναι ποτέ δυνατόν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να συμβεί αυτό εν όψει της δομής του πολιτικού μας συστήματος; Είναι δυνατόν ποτέ, αν υποθέσουμε ότι ένας συνασπισμός απαρτίζεται από τρία κόμματα, το κλάσμα της διαίρεσης της εκλογικής τους δύναμης δια του τρία, που θα είναι περίπου 13%, να υπερισχύει της εκλογικής δύναμης του πρώτου αυτοτελούς κόμματος;
      Η ρύθμιση αυτή εκτός του ότι είναι κατάφωρα αντισυνταγματική –και θα εξηγήσω γιατί-συνιστά εμπαιγμό στα κόμματα και θέτει μείζον πρόβλημα όχι μόνο συνταγματικότητας αλλά και ηθικής τάξεως.
      Εάν η Κυβέρνηση επιθυμεί να αποκλείσει τους συνασπισμούς κομμάτων, ας το πράξει ευθέως. Όταν το είχε επιχειρήσει η παράταξή σας το 1990, επί υπουργίας Κούβελα, σας θυμίζω ότι είχε αντιταχθεί η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής -της οποίας, άλλωστε, η έκθεση αποτελεί αντικείμενο επίκλησης και της παρούσας έκθεσης- και είχε αποφανθεί με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, ότι η προτεινόμενη, αρχικά, ρύθμιση ήταν αντισυνταγματική. Για να υπερβείτε το κώλυμα, εφεύρατε αυτό το ευφυολόγημα, το οποίο νομίζω ότι δεν αντέχει σε κριτική βάση. Δεν θα έπρεπε καν να το συζητούμε.
      Κύριε Πρόεδρε, η ρύθμιση που προτείνετε, σας είπα από την αρχή, είναι προφανώς αντισυνταγματική. Και μάλιστα, αντίκειται στη δέσμη όλων ανεξαιρέτως των διατάξεων που διέπουν το εκλογικό σύστημα, την αρχή της ισότητας της ψήφου, την αρχή της ίσης αντιπροσώπευσης, την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης έκφρασης της λαϊκής θέλησης, την αρχή του πολυκομματισμού, την αρχή της ισότητας των ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων για τη διεκδίκηση της ψήφου των πολιτών και, τέλος, την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
      Θα παρακαλούσα να μου θυμίσει ο εισηγητής μία μόνο ρύθμιση που θέτει σωρευτικά τόσα μείζονα συνταγματικά προβλήματα. Κύριε Πρόεδρε, δεν είναι δυνατόν να στέρξουμε, όπως υποθέτω και όλη η Αντιπολίτευση, σε μία ρύθμιση, στην εσωτερική λογική της οποίας ενυπάρχει η προοπτική, η πλειοψηφία να γίνει μειοψηφία και η μειοψηφία να κυβερνά και η πλειοψηφία να αντιπολιτεύεται.

      ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Ευχαριστώ, κύριε  Πρόεδρε.
      Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης ο Πρωθυπουργός υπογράμμισε την ανάγκη τροποποίησης του εκλογικού συστήματος, έτσι ώστε να διατηρηθεί η αναλογικότητα στην εκπροσώπηση και να ενισχυθεί η κυβερνητική σταθερότητα.
      (Θόρυβος στην Αίθουσα)
      ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Δημήτριος Σιούφας):  Κύριοι συνάδελφοι, σας παρακαλώ!
      Κύριε  Κοντογιάννη, κυρία Ράγιου, σας παρακαλώ καθίστε.
      Κύριε  Σκουλάκη, σας παρακαλώ σεβαστείτε τον εισηγητή σας.
      Συνεχίστε, κύριε  Παπαδημητρίου.
      ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Ευχαριστώ, κύριε  Πρόεδρε.
      Εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης αποτελεί το παρόν νομοσχέδιο.
      (Στο σημείο αυτό την Προεδρική Έδρα  καταλαμβάνει ο  Α΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΛΑΣ)
      Ποιες είναι οι βασικές καινοτομίες του, διά των οποίων επιχειρείται να ανταποκριθεί στις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού; Πρώτον, η πριμοδότηση του πρώτου αυτοτελούς κόμματος ενισχύεται από σαράντα σε πενήντα έδρες και, δεύτερον, από την κάρπωση της πριμοδότησης αυτής…
      (Θόρυβος στην Αίθουσα)
      Κύριε  Πρόεδρε, έχω την εντύπωση ότι πρέπει να μηδενίσετε το χρόνο.
      ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Σούρλας): Και το χρόνο θα μηδενίσουμε και την τάξη θα αποκαταστήσουμε. Εάν δεν επικρατήσει απόλυτη ησυχία δεν θα ξεκινήσετε.
       Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλώ καθίστε ή βγείτε από την Αίθουσα.
      ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Βλέπω και τον κ. Τατούλη να παρακολουθεί με προσοχή με τις γνωστές εκλογικές του αγωνίες και θα ήθελα να μην του στερήσω τη χαρά να με ακούσει.
      (Θόρυβος στην Αίθουσα)
      ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Σούρλας): Σας παρακαλώ! Δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε έτσι. Δεν επιτρέπεται.
      Συνεχίστε, κύριε  Παπαδημητρίου.
      ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Ευχαριστώ, κύριε  Πρόεδρε.
      Έλεγα, λοιπόν, ότι δύο είναι οι καινοτομίες που εισάγει το νομοσχέδιο: Αυξάνει την πριμοδότηση των εδρών του πρώτου κόμματος από σαράντα σε πενήντα και αποκλείει ουσιαστικά την κάρπωση της πριμοδότησης αυτής από συνασπισμό κομμάτων. Βέβαια, αυτές οι καινοτομίες συγκαλύπτονται περίτεχνα και δεν είναι εύκολο να αναδειχθούν. Αλλά αυτή είναι η βαθύτερη ουσία του νομοσχεδίου και παρακαλώ την Κυβέρνηση και τον εκπρόσωπό της να τη διαψεύσει, εφόσον είναι σε θέση.
      Ως προς την πριμοδότηση τώρα θα πρέπει να σημειώσω ότι ο ισχύων εκλογικός νόμος οργανώνει την κατανομή των εδρών σε ένα και μόνο επίπεδο, στη βασική εκλογική περιφέρεια στην οποία και εξαντλείται. Υπό την έννοια αυτή –και έχει σημασία η επισήμανση- δεν υπάρχουν επιγενόμενες, όπως γνωρίζαμε στο παρελθόν, κατανομές. Δεν προβλέπεται δεύτερη και τρίτη κατανομή. Οι κατανομές των εδρών εξαντλούνται στη βασική εκλογική περιφέρεια.
      Με αυτήν τη ρύθμιση συναντάται στην πράξη το εξής ανορθόδοξο: Συχνά -και αυτό συνέβη στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση, στην οποία άλλωστε για πρώτη φορά εφαρμόστηκε το εκλογικό σύστημα που ισχύει, σε τρεις εκλογικές περιφέρειες, στην Ηλεία, στην Εύβοια και στα Δωδεκάνησα- η εκλογική πλειοψηφία μετατράπηκε σε κοινοβουλευτική μειοψηφία. Δηλαδή το κόμμα το οποίο συγκέντρωσε μεγαλύτερη εκλογική δύναμη ανέδειξε –και μάλιστα συχνά- πολύ λιγότερους Βουλευτές από το κόμμα που είχε μικρότερο αριθμό ψήφων.
      Δεύτερη παρενέργεια του εκλογικού συστήματος είναι ότι σε πολλές, ιδίως μεσαίες, εκλογικές περιφέρειες η εφαρμογή του οδηγεί σε μια ακραία ανατροπή της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων. Ενώ, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται ανατροπή, πάντοτε στη βασική εκλογική περιφέρεια, της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας, συναντάται ακραία δυσανάλογη εκπροσώπηση των ψηφοφόρων.
      Θα σας πω ορισμένα παραδείγματα. Με προβολή του προτεινόμενου εκλογικού συστήματος στα αποτελέσματα του Σεπτεμβρίου του 2007 στα Τρίκαλα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα κέρδιζε μία έδρα και η Νέα Δημοκρατία τέσσερις. Με την κατανομή που ίσχυσε, με την πριμοδότηση δηλαδή των σαράντα εδρών, η Νέα Δημοκρατία πήρε δύο έδρες, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δύο έδρες και το Κ.Κ.Ε. μία έδρα.
      Στο Ηράκλειο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα έπαιρνε τέσσερις έδρες και η Νέα Δημοκρατία τέσσερις έδρες. Σήμερα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. πήρε τέσσερις, η Νέα Δημοκρατία τρεις και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μία. Και πάει λέγοντας.
      Επομένως με την εφαρμογή του ισχύοντος εκλογικού συστήματος και την εγγύηση της πριμοδότησης των σαράντα εδρών οδηγούμαστε συχνά στην πράξη αφ’ ενός στην ανατροπή της κοινοβουλευτικής εκλογικής πλειοψηφίας και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στη βασική εκλογική περιφέρεια ή στην ακραία δυσανάλογη εκπροσώπηση των πολιτών στο επίπεδο και πάλι της βασικής εκλογικής περιφέρειας.
      Με τα δεδομένα αυτά ευλόγως τίθεται πρόβλημα αμφισβήτησης της συνταγματικότητας του ισχύοντος εκλογικού συστήματος. Με την επίταση τώρα του προβλήματος διά μέσου της αύξησης του αριθμού των εδρών πριμοδότησης από σαράντα σε πενήντα, το πρόβλημα προσλαμβάνει ασφαλώς πολύ μεγαλύτερη ένταση. Στο μέλλον, δηλαδή, σε περισσότερες βασικές εκλογικές περιφέρειες θα ανατρέπεται η κοινοβουλευτική και η εκλογική πλειοψηφία. Και επίσης σε περισσότερες βασικές εκλογικές περιφέρειες θα συναντάται ακραία δυσανάλογη εκπροσώπηση των πολιτών. Με αυτά τα δεδομένα, κύριε Υπουργέ, η ρύθμιση την οποία εισηγείστε, θέτει σοβαρό πρόβλημα εναρμόνισής της τόσο με την αρχή της ισότητας της ψήφου όσο και με την αρχή της ίσης αντιπροσώπευσης στο επίπεδο στο οποίο πρέπει αυτή να επιτελείται, δηλαδή τη βασική εκλογική περιφέρεια.
      Θα μου επιτρέψτε εδώ ως προεισαγωγή στο επόμενο θέμα να σημειώσω κάτι που δέχεται ομοφώνως η επιστήμη. Στο εκλογικό σύστημα υπάρχουν αρχές που το προσδιορίζουν, αρχές οι οποίες είναι σαφώς υπέρτερες του σκοπού τον οποίο θεωρεί επιδιωκτέο και θεμιτό το Σύνταγμα, δηλαδή τη διασφάλιση της κυβερνητικής σταθερότητας.
      Κύριοι συνάδελφοι, η κυβερνητική σταθερότητα δεν αποτελεί συνταγματική αρχή. Αποτελεί απλώς σκοπό προς τον οποίο αποβλέπει –και εύλογα- το Σύνταγμα. Ενώ οι αρχές, τις οποίες ανέφερα, είναι συνταγματικές αρχές με συγκεκριμένο περιεχόμενο και προσδιορισμένη λειτουργία για την οργάνωση και τη λειτουργία του εκλογικού συστήματος.
      Η δεύτερη επιλογή, αυτή που αναφέρεται στο συνασπισμό κομμάτων, και έδωσε λαβή στη θέση του προβλήματος της συνταγματικότητας της σχετικής ρύθμισης. Θα πρέπει να διευκρινιστεί από την αρχή ότι η εκλογή αυτή εντάσσεται σε ένα εντελώς διαφορετικό θεσμικό περιβάλλον. Δεν μιλούμε για τη λογική του συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής, που εγκαταλείψαμε με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο. Μιλούμε για τη λογική που επιβάλλει ο νέος εκλογικός νόμος. Ο προηγούμενος επέτρεπε την ενίσχυση του πρώτου κόμματος για την επίτευξη της κυβερνητικής σταθερότητας όχι με έναν εγγυημένο αριθμό εδρών αλλά με τον αριθμό εκείνων, ο οποίος προέκυπτε κατά τη λειτουργία των κατανομών.
      Θα ήθελα να σας θυμίσω ότι ο αριθμός αυτός στην τρίτη κατανομή, όπου και ίσχυε αποκλειστικά το λεγόμενο εκλογικό δώρο, ήταν για όλη την επικράτεια δεκαεπτά έδρες. Το 1996 ήταν είκοσι τέσσερις έδρες, το 2000 είκοσι μία έδρες και το 2004 δεκαοκτώ έδρες. Σημειώνω ότι τις έδρες αυτές δεν τις καρπώνονταν μόνο του το πρώτο σε εκλογική δύναμη κόμμα, που εισέπραττε τη μερίδα του λέοντος. Ό,τι απέμενε στη δεύτερη φάση της τρίτης κατανομής, μοιράζονταν μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κόμματος.
      Στο περιβάλλον τώρα του νέου εκλογικού συστήματος προβλέπεται αριθμητικά εγγυημένη πριμοδότηση του πρώτου κόμματος. Με λόγια απλά, ό,τι και να συμβεί το πρώτο κόμμα θα εισπράξει ως «δώρο» σαράντα  έδρες. Με την προτεινόμενη ρύθμιση θα εισπράξει πενήντα έδρες. Και με αυτή την πριμοδότηση επιτυγχάνεται η κυβερνητική σταθερότητα, άλλοτε περισσότερο ισχυρή, άλλοτε όπως τώρα, λόγω του αποτελέσματος, λιγότερο ισχυρή.
      Τι προβλέπει τώρα η ρύθμιση μέσα σ’ αυτό το θεσμικό περιβάλλον; Ο συνασπισμός κομμάτων δεν μπορεί να καρπωθεί την πριμοδότηση των πενήντα εδρών, με συνέπεια, να τις καρπώνεται το αμέσως επόμενο σε εκλογική δύναμη αυτοτελές κόμμα. Με τους όρους αυτούς είναι προφανές ότι αυτό το οποίο αναφέραμε, αποτελεί μια πραγματική προοπτική στην εφαρμογή του προτεινόμενου εκλογικού συστήματος. Δηλαδή μπορεί μέσα στη λογική τού ένα αυτοτελές κόμμα να υπολείπεται -και μάλιστα αισθητά- της εκλογικής δύναμης ενός συνασπισμού κομμάτων, να καρπώνεται, παρ’ όλο αυτά, την πριμοδότηση των πενήντα εδρών και δι’ αυτής να αναδεικνύεται κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Έτσι στην πράξη η εκλογική μειοψηφία αναδεικνύεται σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
      Θα μου επιτρέψετε να θέσω ένα απλό ερώτημα: Πού αλλού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να μείνουμε σ’ αυτή, εκλογικό σύστημα προβλέπει και επιτρέπει αυτήν τη δυνατότητα; Θα ήθελα μια απάντηση. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την εξής απλή: Πουθενά. Η προοπτική αυτή είναι απολύτως ξένη προς την ουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλει η πλειοψηφία να κυβερνά και η μειοψηφία να ελέγχει. Και δεν επιτρέπεται υπό καμμία εκδοχή να παραβιάζεται ένας υπαρξιακού χαρακτήρα κανόνας για τη δομή και τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
      Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ρύθμιση αυτή με το περιεχόμενο που σας παρουσίασα και με τη λειτουργία την οποία ενδέχεται να αναπτύξει δεν είναι δυνατόν να αντέξει στη δοκιμασία του ελέγχου της συνταγματικότητας.
      Κύριε Υπουργέ, θελήσατε να αναδείξετε και να αμφισβητήσετε την ένταση ορισμένων διατυπώσεων. Σας καταλαβαίνω. Σας καταλαβαίνω γιατί η θέση σας δεν είναι ευχάριστη. Θα μου επιτρέψετε όμως να σημειώσω ότι η επιστημονική έκθεση δεν έχει συνειδητοποιήσει -αυτό προκύπτει άλλωστε σαφώς από την ανάγνωσή της- ότι οι ρυθμίσεις που εισηγείστε εντάσσονται σε άλλο θεσμικό περιβάλλον. Εντάσσονται στη λογική της πριμοδότησης του πρώτου κόμματος με πενήντα έδρες. Και απομακρύνεται εντελώς από τη λογική της κατανομής των εδρών που γνωρίσαμε στις προηγούμενες εκδοχές του συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής.
      Έτσι, λοιπόν, αυτή η προοπτική δεν αντέχει στον έλεγχό της με γνώμονα την αρχή της ισότητας. Γιατί η ισότητα, πρέπει να σας θυμίσω, επιβάλλει κατά βάση την ίση αξιολόγηση της ψήφου όλων των πολιτών για την εκλογή των Βουλευτών. Δεύτερον, δεν αντέχει σε έλεγχο με βάση την αρχή της ίσης αντιπροσώπευσης. Το εξήγησα προηγουμένως. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις οδηγεί στην ανατροπή της. Τρίτον, είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι μπορεί να σταθεί στο πλαίσιο της αρχής της ελεύθερης και ανόθευτης έκφρασης της λαϊκής θέλησης; Νομίζω πως όχι. Και, τέλος, πώς μπορούμε να δεχθούμε την τσιμεντοποίηση του πολιτικού και του κομματικού συστήματος με την απαγόρευση ουσιαστικά των εκλογικών συνασπισμών. Και παράλληλα να δεχθούμε ότι ισχύει η αρχή της πολυκομματικής δημοκρατίας και ότι μπορούμε να κάνουμε λόγο για την αρχή της ισότητας των ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων για τη διεκδίκηση της ψήφου των πολιτών; Όλα αυτά οδηγούν τελικά στην πηγή της δημοκρατίας, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Με αυτά τα δεδομένα, τίθεται σαφώς πρόβλημα παραβίασης της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.
      Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση επαγγέλθηκε ένα εκλογικό σύστημα, την ένταση των συνεπειών του οποίου δεν ήταν δυνατόν να διανοηθούμε τη στιγμή που ακούστηκε η επαγγελία της. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπου οι πολίτες είναι εξαιρετικά προβληματισμένοι, εκφράζουν με κάθε ευκαιρία την ανησυχία τους για την πορεία του πολιτικού συστήματος. Εκφράζουν την αγωνία τους για το διαγραφόμενο μέλλον. Δεν επιτρέπεται να κωφεύουμε. Όλοι μας λειτουργούμε και έχουμε επαφή με τους πολίτες και τον κόσμο. Όλοι μας γινόμαστε δέκτες της κραυγής αγωνίας, η οποία αποτυπώνεται, θα έλεγα, με ανάγλυφο τρόπο σε όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις.
      Αντί, λοιπόν, να βλέπουμε μπροστά, αντί να αναζητήσουμε ένα εκλογικό σύστημα το οποίο θα μπορούσε να μας βγάλει από το σημερινό αδιέξοδο, που θα μπορούσε να οργανώσει με νέους όρους την πολιτική μας ζωή, εξακολουθούμε να βλέπουμε πίσω, να φλερτάρουμε με αναχρονιστικές ρυθμίσεις που δεν έχουν καμμία θέση στην εποχή μας.
      Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι είναι δυνατόν να πειστεί ο κόσμος με τις επιλογές μας, όταν καλούμαστε να συζητήσουμε και να ψηφίσουμε αυτές τις επιλογές και την περασμένη Παρασκευή, σ’ αυτήν την Αίθουσα, ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι, μετά την επιψήφιση του νομοσχεδίου, θα καλέσει όλες τις πολιτικές δυνάμεις, για να αρχίσει επιτέλους ένας ουσιαστικός διάλογος για την αναζήτηση ενός νέου, ενός διαφορετικού εκλογικού συστήματος, που θα μπορούσε να αναγεννήσει και να ανοίξει νέα προοπτική στο πολιτικό μας σύστημα. Νομίζω ότι οι αντιφάσεις μιλούν από μόνες τους. Και οι αντιφάσεις αποτυπώνουν το αδιέξοδο, στο οποίο έχουν περιέλθει η κοινοβουλευτική Πλειοψηφία και η Κυβέρνηση.
      Ευχαριστώ πολύ.
      (Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το ζητούμενο των Περιφερειακών Εκλογών. Η περίπτωση της Στερεάς Ελλάδας.

Κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία και τοπική αυτοδιοίκηση

ΕΥΒΟΙΑ: Η στρατηγική της ενεργειακής δημοκρατίας απάντηση στους εισβολείς στρατηγικούς μεγαλο-επενδυτές των ΑΠΕ