Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Σοσιαλδημοκρατίας αγώνας άγονος



Πολύς ντόρος γίνεται ή αλλιώς κινητικότητα επιστολών και δελτίων τύπου γύρω από την λεγόμενη Κεντροαριστερά. Ως συνήθως ανακυκλώνονται κινήσεις τακτικής γνωστών παραγόντων του υπό κατάρρευση ή- μήπως; - μάταιη ανασύνταξη απαξιωμένου – πάντως- πολιτικού συστήματος.  Από την άλλη πλευρά ένα είναι βέβαιο. Υπάρχουν πολίτες οι οποίοι σκέπτονται με πηγή έμπνευσης το ιδεολογικό χώρο της σοσιαλιστικής αριστεράς (κοινός τόπος της με «ελληνικούς όρους» ανανεωτικής αριστεράς), της σοσιαλδημοκρατίας ή του δημοκρατικού σοσιαλισμού, δηλαδή μέρους της ευρωπαϊκής αριστερής σκέψης που τα τελευταία χρόνια δικαίως βρίσκεται σε αναβρασμό νέων αναζητήσεων και ιδεολογικών παραδοχών μετά την μακρά περίοδο του συντηρητικού εναγκαλισμού. Όντως σε όλη την Ευρώπη, την Ευρώπη της κρίσης και της παρακμής, ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας αναζητά νέο προσανατολισμό σε σαφή πλέον «προοδευτική κατεύθυνση». Στην Ελλάδα, ως συνήθως, η συζήτηση αυτή είναι δειλή, μπερδεμένη με τους προσωπικούς τακτικισμούς των διαλεγομένων και με τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησης χρεοκοπημένων κομματικών σχηματισμών  και ομάδων. Εξάλλου στην Ελλάδα συνεχίζεται η ιστορική σύγχυση των εννοιών και η διαστρέβλωση ή καλύτερα η επιλεκτική ανάδειξη του περιεχομένου τους. Έτσι μιλάμε πολύ για κεντροαριστερά ή για κεντροδεξιά, για όρους δηλαδή που δεν έχουν καθαρό και συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεν αντιστοιχούν σε ιδεολογικά ρεύματα σκέψης αλλά ούτε σε σαφείς πολιτικές στοχοθεσίες.
Αυτή όμως είναι η πραγματικότητα και σε αυτή μέσα πρέπει ο αυτοπροσδιοριζόμενος ως ενδιαφερόμενος πολίτης να δώσει την δική του κατάθεση πολιτικής συμμετοχής.
Πολλοί μιλάνε για την ανάγκη της ανασυγκρότησης του χώρου αλλά ο καθένας την επιθυμεί και την επιδιώκει σύμφωνα με την δική του οπτική ή την δική του προσωπική στοχοθεσία. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα όταν οι κινήσεις κορυφής διεξάγονται υπό το  καθεστώς της ανασφάλειας και των εμμονών ηγεσιών και κομματικών στρατών. Ο δρόμος όμως έχει αναπόφευκτα και αυτά τα φαινόμενα. Αρκεί αυτά να μην είναι κυκλικές περιστροφές ενός αδιέξοδου, ενός χαμένου δρόμου.
Διαβάζοντας την περιγραφόμενη πραγματικότητα από άλλη οπτική γωνία θα λέγαμε ότι ο διάλογος μεταξύ των ηγεσιών και των κομματικών ομάδων δεν πάει χαμένος αρκεί κανείς να διαγνώσει τα θετικά και να αγνοήσει τα αρνητικά. Σε κάθε περίπτωση και αυτός ο διάλογος είναι καλύτερος από την σιωπή και τους μονολόγους. Με άλλα λόγια,  καλές οι ανταλλαγές επιστολών αρκεί κάτι να λένε στους πολίτες εκείνους που αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα της ιδεολογικής και πολιτικής έκφρασης μίας σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατικής  αριστεράς,  με την ευρωπαϊκή «εννοιολογία»,  δηλαδή ενός σύγχρονου, (αυτονοήτως) προοδευτικού, μεταρρυθμιστικού και δημοκρατικού, σοσιαλιστικού χώρου. Επειδή όμως όλη η κοινωνία και συνεπώς οι πολίτες του χώρου αυτού έχουν δικαίως απαξιώσει πρόσωπα, ηγεσίες και σχηματισμούς, πρακτικές και καθεστωτισμούς ή πολλοί άλλοι, διδαγμένοι στον λαϊκισμό που ενέπνευσε ο χώρος κατά το παρελθόν, ακούνε ευκολότερα τα συνθήματα και έλκονται από την διαρκή θαλπωρή της εξουσίας, δεν δίνουν δεκάρα για τις αγωνίες των υφιστάμενων κομματικών σχηματισμών και των ηγεσιών τους.
 Συνεπώς χρειάζεται μία άλλη αφετηρία. Ναι μεν διάλογος αλλά πρώτα διάλογος για την ιδεολογία, το πολιτικό πρόγραμμα, το διακύβευμα για την κοινωνία, όχι γενικώς και αορίστως, αλλά για την κοινωνία των εργαζομένων, των ανέργων, των παραγωγών, της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της δημιουργίας. Η Ελλάδα άλλαξε προς το χειρότερο τραγικά και η Ευρώπη το ίδιο, αλλά ο δρόμος στον οποίο προσδοκά κάθε πολίτης για τον εαυτό του, την οικογένειά του, την επιχείρησή του και τον τόπο του είναι ο δρόμος της ανάκτησης του χαμένου βιοτικού επιπέδου και της δικαιότερης κοινωνίας, ο δρόμος της νέας ευημερίας στην οποία οι σοσιαλιστές πρέπει να δώσουν απαντήσεις και να προτείνουν λύσεις, ο δρόμος της δημοκρατικής κοινωνίας και της δημοκρατικής και συμμετοχικής Πολιτείας. Αυτά είναι ζητήματα που προηγούνται στον διάλογο και μετά ακολουθούν τα οργανωτικά σχήματα και οι διαδικασίες ανάδειξης των ηγεσιών.  Όσο αυτές οι διεργασίες δεν γίνονται τόσο οι προσπάθειες θα πέφτουν στο κενό ή οι συγκολλήσεις δεν θα διασώσουν τους απαξιωμένους πρωταγωνιστές. Με άλλα λόγια ο «αγώνας» της «σοσιαλδημοκρατίας, θα παραμένει διαρκώς άγονος, περιστρεφόμενος απλώς στις αγωνίες των ηγεσιών και των «φατριών» τους.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Η τοπική αυτοδιοίκηση μπροστά στην προσφυγική κρίση.

Ευρωπαϊκή Ένωση, Ελλάδα και προσφυγική έκρηξη. 
Η έκρηξη του προσφυγικού-μεταναστευτικού προβλήματος έχει αναδείξει την αδυναμία των ηγεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστούν  σύνθετα και οξυμένα προβλήματα και κρίσεις και κυρίως να συνθέσουν μία ενιαία πολιτική διαχείρισης κρίσεων με κριτήριο την υπεράσπιση των αξιών της ειρήνης, της ανθρωπιστικής αλληλεγγύης και της ασφάλειας. Όμως αυτή είναι μία πραγματικότητα η οποία δεν θα αλλάξει εύκολα και κυρίως δεν θα μεταβληθεί αυτόματα. Απαιτείται κοινή προσπάθεια των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης και προς αυτή την κατεύθυνση ακόμη δεν φαίνεται κάποια σοβαρή πρωτοβουλία.
Στο πλαίσιο αυτής της διεθνούς πραγματικότητας η Ελλάδα της δικής της κρίσης και των δικών της αδιεξόδων οφείλει να διαχειριστεί την αθρόα έλευση των προσφύγων και των μεταναστών και κυρίως να εφαρμόσει τα απαιτούμενα από το διεθνές δίκαιο προστασίας των προσφύγων, τα απαιτούμενα από την υπεράσπιση των αξιών της ανθρώπινης ζωής και των δικαιωμάτων  ανθρώπων που διαβιούν στην απόλυτη απελπισία και εξαθλίωση. Οφείλει παράλληλα να συμβάλλει στην προώθηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενός ανθρωπιστικού σχεδίου διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης με άξονα τις αρχές της αλληλεγγύης των ευρωπαίων εταίρων και της εφαρμογής πολιτικών βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και εν συνεχεία ελεύθερης εγκατάστασης των προσφύγων στις χώρες που αυτοί επιλέγουν παράλληλα με μεσοπρόθεσμες πολιτικές ένταξης και ομαλής συμβίωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης και των προσφυγικών πληθυσμών.
Στον αντίποδα αυτής της προσπάθειας για διαχείριση με εφαρμογή αξιών και προοδευτικών πολιτικών βρίσκεται η Ευρώπη των κλειστών συνόρων, της ξενοφοβίας και της ρατσιστικής καθαρότητας, η Ευρώπη του φόβου και της αντίδρασης. Αντίστοιχες φωνές και οργανωμένες ή αυθόρμητες εκφράσεις αναπτύσσονται ή υποθάλπονται και στην Ελλάδα. Σε αυτή την Ευρώπη οι πραγματικά και όχι προσχηματικά προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να αντιτάξουν δυναμικά την δική τους ανθρωπιστική και ειρηνική διαχείριση με επίκεντρο την αξία της ανθρώπινης ζωής και των δικαιωμάτων που θεμελίωσε μεταξύ των άλλων και ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν την ευθύνη για την αντιμετώπιση των αιτιών που διώχνουν τους ανθρώπους από τα σπίτια και την πατρίδα τους, ευθύνη που βαρύνει καθοριστικά τις Ηγετικές Δυνάμεις της Ευρώπης. Παράλληλα η έως τώρα διαχείριση της προσφυγικής κρίσης στην Ελλάδα δεν παύει να είναι και αποτέλεσμα λαθεμένων πολιτικών διαχείρισης της Κυβέρνησης και γενικότερα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Όμως το προσφυγικό πρόβλημα είναι μία πραγματικότητα που καθημερινά αποκτά διαρκώς τραγικότερες διαστάσεις. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να φιλοξενήσει στην επικράτειά της πολλές δεκάδες χιλιάδες ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες προσφύγων και μεταναστών. Η αδυναμία απόλυτης επιτήρησης των θαλασσίων συνόρων παράλληλα με το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου καθιστούν την πατρίδα μας καταφύγιο εξαθλιωμένων ψυχών που αναζητούν μάταια τον δρόμο για την δική τους Ιθάκη.
Η ελληνική κοινωνία θα ζήσει επί μακρόν με αυτούς τους ανθρώπους. Γιαυτό οι θεσμοί που την οργανώνουν και την αντιπροσωπεύουν νομικοπολιτικά και συλλογικά πρέπει να οργανώσουν την συμβίωση και την φιλοξενία. Σε αυτό το έργο κρίσιμος είναι ο ρόλος των Δήμων σε πρώτο επίπεδο και των Περιφερειών σε ευρύτερο στάδιο.

Το διακύβευμα για τις τοπικές κοινωνίες και του αιρετούς ηγέτες τους. 
Οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές καλά κάνουν και αναδεικνύουν την έλλειψη συντονισμού σε κεντρικό κρατικό επίπεδο, καλά κάνουν και επισημαίνουν τα ζητήματα  ασφαλούς συμβίωσης και ανθρωπιστικής αρωγής στους πρόσφυγες αλλά δεν κάνουν καλά όταν εγείρουν προσχηματικά διαδικαστικά θέματα ή δήθεν φιλάνθρωπες διακηρύξεις για να κρύψουν την ανοχή σε ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις που επωάζονται στις τοπικές κοινωνίες ή για να εξαργυρώσουν την ανασφάλεια των πολιτών τους με το πολιτικό όφελος του προστάτη της ασφάλειας και της ησυχίας των συμπολιτών τους, όταν την ίδια στιγμή η Ελλάδα πλημμυρίζει από εξαθλιωμένους πρόσφυγες όλων των ηλικιών.